Το ταξί του Αγίου
Στις αρχές του 20ού αιώνα στη Σάμο υπήρχε ένα δίκτυο από καλντερίμια, κατάλληλο για πεζούς και υποζύγια, όχι όμως για άμαξες και αυτοκίνητα. Κάποιοι είχαν προτείνει να γίνονται οι συγκοινωνίες μόνο με πλοίο και να ανοιχτούν δρόμοι από τις παραλίες για τα ορεινά χωριά. Στη δεκαετία του 1920 έγιναν δρόμοι στρωμένοι με χαλίκι πατημένο από οδοστρωτήρα και, επί τέλους, το 1926 έφτασε το πρώτο λεωφορείο. Ακόμη και όταν ανοίχτηκαν οι δρόμοι των ορεινών χωριών, αυτοί είχαν στροφές, ήταν στενοί και περίπου απρόσιτοι σε λεωφορεία. Τα ορεινά χωριά ήταν το βασίλειο των ταξί ως προς τις μετακινήσεις ανθρώπων που πήγαιναν για τις υποθέσεις τους ή για ψώνια στις πόλεις. Τα εμπορεύματα και τα αγαθά, καθώς βέβαια και οι άνθρωποι, μπορούσαν ακόμη να διακινούνται με υποζύγια απ' τις παλιότερες και πιο σύντομες λιθόστρωτες διαδρομές και τα μονοπάτια. Εν πάση περιπτώσει το πώς οι μεταφορές επέδρασαν στην αγροτική οικονομία και το αντίστροφο είναι μια άλλη ιστορία.
Σε κάθε χωριό δόθηκε μια άδεια για ταξί, διευθέτηση που διατηρείται λίγο ως πολύ ως σήμερα. Δεν εξαιρέθηκαν χωριά που τα εξυπηρετούσε η συγκοινωνία γιατί ήταν πάνω στη βασική "εθνική οδό", η οποία σε γενικές γραμμές στη βόρεια Σάμο παραθαλάσσια.
Κάθε Ιούνιο, όταν έκλεινε το σχολείο, ταξιδεύαμε οικογενειακώς για Σάμο. Πάντοτε στέλναμε τηλεγράφημα και μας περίμενε το ταξί στο λιμάνι του Καρλοβάσου. Στη μισή ώρα μέχρι να φτάσουμε στο χωριό είχαμε μάθει όλα τα νέα από τον κύριο Κώστα, που το οδηγούσε. Η μόνιμη επωδός και το παράπονό του ήταν για τον ίδιο το δρόμο, που δεν έλεγε να ολοκληρωθεί (πράγμα που ισχύει ως και σήμερα) και πάντοτε ήταν χειρότερος απ' την περσινή χρονιά, επειδή "μόνο ο Καραμαλής έφτιαξε δρόμους" και μετά οι επόμενοι αδιαφόρησαν. Οδηγούσε νευρικά, αναπηδούσε στο κάθισμα κάθε λίγο και σχολίαζε αρνητικά τον τρόπο που οδηγούσαν οι νεότεροι, ειδικά αν μας προσπερνούσαν. Στην Ελλάδα βέβαια αν το πεις αυτό ποτέ δεν έχεις άδικο.
Το ταξί ήταν μια ευρύχωρη Buick, αργότερα έμαθα ότι ήταν μια Buick McLaughlin, μοντέλο 1939, που την είχε φέρει στη Σάμο ο διευθυντής της Power (της ηλεκτρικής εταιρίας) για τις μετακινήσεις του. Πήγαινε αργά και σταθερά, με καμμιά τριανταριά χιλιόμετρα την ώρα το πολύ. Στην αρχή τη θυμάμαι με το γυαλιστερό μαύρο εργοστασιακό χρώμα, όπως σε γκαγκστερικές ταινίες. Αργότερα ήρθε μια ατυχής ρύθμιση να βαφτούν όλα τα ταξί γκρί, βάφτηκε σε κάποιο συνεργείο με μια μουντή μπογιά. Έφυγε η μισή ομορφιά.
Ο κύριος Κώστας, Χατζηκώστας στο επώνυμο, ήταν πιο γνωστός ως "το μηχάνημα", όχι άδικα επειδή ήταν δεινός επισκευαστής μηχανών. Κάθε μέρα σχεδόν έκανε επισκευές στο ταξί του, αλλά και σε άλλες μηχανές που ήταν στο χωριό ή περνούσαν από κει. Για παράδειγμα, ήταν ο πρώτος που έσπευδε όταν η κινηματογραφική μηχανή σταματούσε στη μέση μιας ταινίας στις παραθαλάσσιες προβολές που γινόταν έξω από τα καφενεία του χωριού.
Το ταξί του Αγίου δεν ήταν απ' αυτά που σταματούσες στο δρόμο, γιατί δεν περιφερόταν ασκόπως. Δεν ήταν καν απ' αυτά που καλούσες στο τηλέφωνο, γιατί το μοναδικό τηλέφωνο ήταν στο καφενείο του Μυρσιάδη. Μπορούσες να συμφωνήσεις μια έκτακτη μετακίνηση από πριν, βρίσκοντας π.χ. τον οδηγό στο καφενείο ή στο ψάρεμα, ή στέλνοντάς του τηλεγράφημα όπως είπα πιο πάνω. Το πιο απλό όμως ήταν να πας με το πρωινό "ταξίδι".
Τον προορισμό του ταξιδιού τον όριζε ο οδηγός. Γύρω στις οχτώ το ταξί έβγαινε από την αυλή όπου ήταν παρκαρισμένο και όπου γίνονταν οι επισκευές. Στη συνέχεια βρισκόταν πάνω στην εθνική, περιμένοντας "επιβάτες" ή "ταξιδιώτες", στραμμένο είτε ανατολικά είτε δυτικά. Στην πρώτη περίπτωση οι επιβάτες θα πήγαιναν όλοι Βαθύ, στη δεύτερη Καρλόβασι. Μπορούσαν όλοι μαζί να είναι καμμιά δεκαριά, γιατί στον πίσω καναπέ χωρούσαν 3-4, υπήρχε χώρος και για άλλα τόσα καρεκλάκια μπροστά από τον καναπέ, ενώ άλλα ένα δυο άτομα χωρούσαν δίπλα στον οδηγό. Στην πόλη το αυτοκίνητο έμενε λίγες ώρες, ίσα να ψωνίσουν και να διευθετήσουν τις υποθέσεις τους. Ο κύριος Κώστας συνήθως έπινε ένα πολύωρο καφέ σε διπλανό κεντρικό καφενείο.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν τα περισσότερα "ταξίδια" γίνονταν πια προς το Καρλόβασι, που ήταν η μισή απόσταση σε σύγκριση με το Βαθύ. Ύστερα, όταν πια το αυτοκίνητο ήταν πέρα από κάθε επισκευή, ο οδηγός αγόρασε ένα άλλο, πιο μικρό και ευκίνητο. Η εποχή των ένδοξων ταξιδιών με τη Buick είχε παρέλθει.
Comments
Post a Comment