Γάμοι

Ήταν παλιότερα συνηθισμένο ο γαμπρός να είναι πάντοτε μεγαλύτερος ή και πολύ μεγαλύτερος από τη νύφη; Ήταν αποδεκτό να παντρεύονται κάποια κορίτσια πολύ νέα; Έμεναν οι χήρες εσαεί πενθούσες και μαυροφορεμένες; Όσες δεν ήταν ευχαριστημένες από το γάμο τους υπέμεναν το ριζικό τους ή έπαιρναν διαζύγιο; Μπορούσαν να διώξουν το σύζυγο απ' το σπίτι; Παντρεύονταν σε νεαρή ηλικία για να προλάβουν να κάνουν πολλά παιδιά; Παντρεύονταν μόνο με άδεια του πατέρα και με προξενιό; Έπρεπε να βρεθεί πάντοτε η νύφη (στον πρώτο της γάμο) παρθένα; Μια κατά λάθος εγκυμοσύνη οδηγούσε υποχρεωτικά σε γάμο; Πριν την ένωση με την Ελλάδα ήταν οι χριστιανικές κοινότητες επηρεασμένες από τα ευρύτερα ήθη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας;

Σήμερα θεωρούμε ότι τα ήθη γύρω από το γάμο σε προηγούμενους αιώνες, και ειδικά σε μια έστω αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με ελληνικό χριστιανικό ορθόδοξο πληθυσμό, θα ήταν πολύ συντηρητικά. Ήταν όμως;

Στο θέμα της διαφοράς ηλικίας μεταξύ του συζύγου και της συζύγου και μάλιστα κατά πόσο αυτή ήταν πάντοτε υπέρ του πρώτου ή αν ήταν η διαφορά πολύ μεγαλύτερη από σήμερα, τα πραγματικά δεδομένα (όπως φαίνονται στις ληξιαρχικές πράξεις γάμου 1855-1932, βλ. ΓΑΚ Σάμου) δε φαίνεται να τις στηρίζουν. Υπάρχουν γάμοι σε προχωρημένη ηλικία και για τα δύο φύλα, δηλαδή μετά τα τριάντα ή τα σαράντα, και κάποιες νύφες ήταν μεγαλύτερες απ' τους γαμπρούς. Επίσης αρκετοί έρχονταν σε δεύτερο γάμο, συνηθέστερα μετά από χηρεία, αλλά δεν λείπουν κι οι περιπτώσεις δεύτερου γάμου μετά από διαζύγιο. Τέλος, μπορεί μερικές νύφες να ήταν 14 ετών, αλλά γενικά ελάχιστες ήταν κάτω των 18 ετών.

Πολύ παραστατικά περιγράφονται τα προπολεμικά γαμήλια ήθη (1930) απ' την Μαρουδιώ, γιαγιά της Μαρίας Χατζηανδρέου (στο άρθρο της τελευταίας με τίτλο "η κυρά Μαρουδιώ", στο περιοδικό Απόπλους, τεύχος Φεβρ. 2006). Ο γάμος έγινε με προξενιό: Ήμουνα τότε είκοσι εφτά χρονού κι ήθελε να  με παντρέψει (εννοείται ο πατέρας της). Ρώτησε το θείο ... για κα'να γαμπρό. Αυτός του `πε για τον  ... Είναι έμπορος, χασάπης, καλός είναι. Ακολούθησε το προικοσύμφωνο: Πριν το γάμο πήγαμε όλοι μαζί στο Βαθύ, στο Γιοκαρίνη το συμβολαιογράφο για το προικοσύμφωνο. Πήραν απ' τον πατέρα μου σαράντα χιλιάδες και το χτήμα. Στο γυρισμό μέσα στ' αυτοκίνητο μου `δωκε η πεθερά μ' ένα ζευγάρι χρυσές βεργίτσες, σκουλαρίκια ... Η πεθερά μου δεν ήθελε να βάλω νυφικό. Τότες φόραγαν μόνο αυτές που `χανε λεφτά ... Ο γάμος έγινε στο σπίτι της Θοδώρας (αδελφής της νύφης). Ήρθε ο παπάς και μας στεφάνωσε. Μετά κάναμε το γλέντι στο σπίτι. Δεν ήθελε η πεθερά μου να πάμε στο καφενείο, όπως πάαιναν στους γάμους.

Η πεθερά, που γνώριζε το γιο της, φοβόταν ότι θα γινόταν άγριο γλέντι και θα χάλαγε το γάμο, αν γινόταν σε καφενείο. Η ίδια η τελετή σπάνια γινόταν σε ναό. Το 1882 η διοίκηση της ηγεμονίας έχοντας στη διάθεσή της τυπογραφείο τύπωσε για πρώτη φορά τα ληξιαρχικά βιβλία των Έξι Γειτονιών (δηλ. της ευρύτερης διοικητικής περιοχής του Αγίου Κωνσταντίνου) σε φόρμες, όπου ο ληξίαρχος αρκούσε να συμπληρώσει τα κενά πεδία. Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι η ληξιαρχική πράξη είχε πάρει (με τον καιρό) μια συγκεκριμένη μορφή που είχε να κάνει όχι μόνο με το νομικό πλαίσιο, αλλά και με τα γλωσσικά ήθη της εποχής. Για τον τόπο διεξαγωγής του γάμου στη φόρμα αναγράφεται ότι "ο ειρημένος ιερεύς ετέλεσεν εν τη οικία του ... τον γάμον αυτών" (δηλ. των νεονύμφων, των οποίων τα ονόματα έχουν συμπληρωθεί παραπάνω). Στις σπάνιες περιπτώσεις που ο γάμος γινόταν σε ναό ο ληξίαρχος ήταν αναγκασμένος να διαγράψει τα περί οικίας και να συμπληρώσει τον συγκεκριμένο ναό. Στην τελετή πάντως ήταν απαραίτητος, εννοείται, ο ιερέας της οικείας ενορίας, ο οποίος είχε και την ευθύνη να δηλώσει το γάμο. Με τον ιερέα συνυπέγραφαν μάρτυρες, ενώ οι νεόνυμφοι υπέγραφαν μόνον αν ήξεραν να βάζουν την υπογραφή τους.

 Στα σπίτια, όπου συχνά όλη η οικογένεια κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο και οι νεόνυμφοι δεν είχαν ακόμη αποκτήσει το δικό τους σπίτι, οι ιδιωτικές στιγμές ακόμη και την πρώτη νύχτα ήταν δύσκολο να βρεθούν. Ο πατέρασιμ πήρε τη Θοδώρα στο βουνό (δηλαδή πήγαν να μείνουν σε κάποιο εξοχικό καλύβι της οικογένειας) για να μας αφήσουν μόνους. Ο συγκεκριμένος γάμος έγινε τέλη Οκτωβρίου του 1930, όταν ο καιρός ακόμη ήταν πιθανότατα ήπιος για τέτοιες εκδρομές.

Μετά έπρεπε να δείξεις στην πεθερά τα σεντόνια, λέει η κ. Μαρουδιώ. Ήταν ντροπή να μη βρεθεί η  νύφη παρθένα, αλλά κι η παρθενιά είχε την τιμή της. Ο γαμπρός δεν χώριζε τη νύφη με την προϋπόθεση να πάρει μια αποζημίωση: Έπρεπε τότες να πληρώσεις ξώπροικο, παράδες για την τιμή σου ή θα σ' άφηνε ο άντρας ... Μια στο χωριό που τη βρήκαν χαλασμένη πλήρωσε δυο φορές ξώπροικο, αλλά και πάλι στο τέλος την άφησε ο γαμπρός. Δεδομένης πάντως της οικονομικής και κοινωνικής τιμωρίας θα περίμενε κανείς ότι οι γάμοι νέων κοριτσιών είχαν ως προϋπόθεση την παρθενία στην πλειοψηφία τους.

Θεόδωρος και Αδαμαντίνη, 1930
Είδαμε παραπάνω ότι η πεθερά φοβόταν τα όργανα και τα γλέντια, επειδή σ' αυτά δεν έλειπαν τα επεισόδια, κάτω απ' τα οποία κρύβονταν συχνά βαθύτερα αίτια. Η κατανάλωση άφθονου οινοπνεύματος τα βοηθούσε να ξεσκεπαστούν. Ένα ενδεικτικό επεισόδιο έγινε στο γάμο του Θόδωρου Σταματίου. Ο Θόδωρος το 1921 ήδη είχε πάει και γυρίσει δυο φορές στη Νέα Υόρκη. Είχε ταξιδέψει μάλιστα με το "King Alexander" από την Πάτρα. Με το πλοίο αυτό ταξίδεψαν και οι Νύφες της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη. Στο φύλλο αφικνουμένων επιβατών στο Ellis Island (σημείο ελέγχου εισερχομένων στη Νέα Υόρκη) δήλωσε ότι πηγαίνει στον αδελφό του Milton, δηλαδή στον Μιλτιάδη Αναγνώστου, που ήταν ήδη εκεί κι είχε ομοίως ταξιδέψει στην Αμερική δυο φορές αρχίζοντας απ' το 1909. Ο Θοδωρής γύρισε τελικά πίσω το 1929 με πέντε χιλιάδες δολλάρια, που έπιαναν τότε καλή ισοτιμία στη μετατροπή τους σε δραχμές. Αντίθετα ο Μιλτιάδης, που επέστρεψε πριν το 1927, ήταν άτυχος. Εξαργύρωσε τα δολλάριά του λίγο πριν μια υποτίμηση της δραχμής. Πατέρας και των δύο ήταν ο μέσης οικονομικής επιφάνειας βαφέας Σπύρος Αναγνώστου-Σταματίου (γνωστός και ως Ζαμπεθάνης, γιατί συνεχώς ρωτούσε τη γυναίκα του αν θα πάρει άλλον "σαν πεθάνει" σχετικά νέος, γεγονός που δυστυχώς συνέβη). Με δεδομένη τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης ο Θόδωρος τόλμησε να ζητήσει σε γάμο την Αδαμαντίνη, κόρη του κτηματία και έμπορου Λουκά Χατζηλουκά (γενν. το 1876). Ο τελευταίος ήταν απ' τους προύχοντες του Αγίου και λέγεται ότι πριν δώσει τη συγκατάθεσή του ζήτησε να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση του επίδοξου γαμπρού βλέποντας με τα μάτια του το βιβλιάριο καταθέσεων. Ο γαμπρός πέρασε επιτυχώς το τεστ και ο γάμος έγινε τον Απρίλιο του 1930. 

Στο γαμήλιο τραπέζι ο πεθερός περιποιήθηκε κατά προτεραιότητα μια γνωστή του παρέα απ' το
Καρλόβασι, ενώ τα αδέρφια του γαμπρού έμειναν πίσω στο σερβίρισμα. Ο Μιλτιάδης προσβεβλημένος και υπό την επήρεια του ποτού (μάλλον σούμας) που είχε προφανώς πιεί ξεροσφύρι μάζεψε την δική του παρέα, πήγε σπίτι του κι έψησε ρέγκες. Αργότερα γύρισαν όλοι μαζί μεθυσμένοι στο γλέντι, όπου επεχείρησαν να παρεμβάλουν στο χορό τη δική τους παραγγελιά προς τα "παιχνίδια" δηλαδή την ορχήστρα. Έγινε, φυσικά,  "παρεξήγηση", τα τραπέζια ήρθαν ανάποδα κι η χωροφυλακή τους συνέλαβε ως ταραξίες. Πέρασαν το υπόλοιπο της βραδιάς του γάμου στο κρατητήριο (του σταθμού της χωροφυλακής στον Άγιο). Το άλλο πρωί που είχαν ξεμεθύσει τους άφησαν ελεύθερους. Στην δεύτερη φωτογραφία που είναι παρμένη το 1938 φαίνεται ο πατέρας της νύφης Λουκάς Χατζηλουκάς με δύο άλλα από τα παιδιά του, τον Βασίλη (που υπηρέτησε ως γιατρός στον Άγιο) και την Καλλιόπη. Και οι δύο παραπάνω φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Μαργαρίτας Τσώτα.

Ο Λουκάς Χατζηλουκάς (1938)
Οι συνέπειες μιας ατυχίας στο γάμο μπορούσαν να εκδηλωθούν δεκαετίες αργότερα. Η Α. Κ., γεννημενη περί το 1830 στο Κοκκάρι και όντας στα 17 της γνώρισε το μέλλοντα σύζυγό της και συνομήλικο Κ. Μ. μια βροχερή βραδιά που ο τελευταίος αναζήτησε στο σπίτι του πατέρα της καταφύγιο περνώντας με το άλογο στη διαδρομή Άγιος-Βαθύ. Ο νέος γοητεύθηκε απ' την κοπέλα και τη ζήτησε σε γάμο. Όμως την άφησε χήρα όταν αμφότεροι ήταν 35 ετών. 

Η όμορφη χήρα είχε τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι, οπότε ήταν δύσκολο να ξαναπαντρευτεί. Γνώρισε αργότερα ένα κατά 19 χρόνια νεότερό της καπετάνιο σε καΐκια που ταξίδευαν στην ανατολική Μεσόγειο. Μιας και ο καπετάνιος μπαινόβγαινε στο σπίτι, η Α. Κ. για ν' αποφύγει τα σχόλια τον πάντρεψε με την κόρη της. Ο γάμος έγινε όταν η τελευταία ήταν μόλις 14 ετών (και η ίδια 45). 

Η κόρη έκανε μαζί του δέκα παιδιά. Λίγο μετά τα σαράντα της όμως δεν άντεξε άλλο, βρήκε άλλο σύντροφο κι έδιωξε τον καπετάνιο απ' το σπίτι της στους Βαλεοντάδες. Λίγο αργότερα πέθανε, μάλλον από πνευμονία. Στη διαθήκη της, την οποία υπαγόρευσε κλινήρης στο συμβολαιογράφο, δεν κράτησε κακία στη μάνα της. Πέρασε την περιουσία της στις τρεις κόρες της, αίτινες θα ώσιν υπόχρεοι να διατρέφωσι και περιθάλπωσι την μητέρα της διαθέτιδος, όπως το είπε σε επίσημη γλώσσα ο συμβολαιογράφος. Πρακτικά τα κορίτσια ήταν μικρά και τα μεγάλωσε η γιαγιά τους που έζησε άλλα εφτά χρόνια.

Χ. Μαραγκός και Φ. Μακρή, 1923.
Η Αναστασία Παπαγεωργίου ήταν από τους Μανωλάτες. Ήταν δραστήρια και δυναμική γυναίκα και πασίγνωστη μαμμή. Ο γάμος της με τον Παναγιώτη Μαραγκό (1858-1918) το 1885 ήταν δεύτερος, διότι στο περιθώριο της ληξιαρχικής πράξης γάμου σημειώνεται ότι η Αναστασία έρχεται εις δεύτερον γάμον λαβούσα διαζύγιον παρά του πρώτου συζύγου της Κ. Γιαβάση. Η Αναστασία πέθανε το 1936.

Ο Χριστόδουλος Μαραγκός, ένας από τους γιους του Παναγιώτη και της Αναστασίας, γεννηθείς το 1889, υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό από το 1914 ως το 1922, δηλαδή οχτώ συναπτά έτη, λαμβάνοντας μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία. Όταν επέστρεψε στον Άγιο Κωνσταντίνο, και όντας γεωργός με κάποια κτηματική περιουσία, επεδίωξε να βρει νύφη, την οποία και βρήκε το 1923 στο πρόσωπο της Φωτεινής Μακρή (1897-1971) από τους Νενέδες. Η νύφη ήταν 26 ετών και όμορφη, αλλά κυκλοφορούσε πολύ "φτιασιδωμένη". Ζήτησε να την δει αφτιασίδωτη πριν γίνει ο γάμος (γεγονός που μάλλον σημαίνει ότι δεν την είχε δει και πολλές φορές ή δεν την είχε δει ιδιωτικά).

Στα χρόνια των μεταναστεύσεων το έτερον ήμισυ μπορούσε να βρεθεί στο εξωτερικό. Οι τρεις από τις 4 αδελφές της Φωτεινής βρήκαν πολύ πλούσιους γαμπρούς στην Εσπερία, ήτοι Έλληνες βαμβακοπαραγωγούς στην Αλεξάνδρεια. Επίσης ο ένας από τους δύο αδελφούς της Φωτεινής, ο Κώστας Μακρής, πήγε στην Αμερική και ευτύχησε οικονομικά στην περιοχή του Seattle. Κατάφερε να βρει όμως εκεί νύφη από τη Σάμο.

Ερωτευμένοι των οποίων ο γάμος δεν εγκρίνονταν από τους γονείς είχαν στη διάθεσή τους μια γνωστή και κλασική λύση, "να κλεφτούν". Η επόμενη ιστορία αποτελεί συνεισφορά της Μαργαρίτας Τσώτα: Η Κυραννιώ Α., ετών 29, από σχετικά εύπορη οικογένεια του Αγίου, έχει γνωρίσει περί το 1960 σε χοροεσπερίδα τον Θόδωρο Κ., ετών 31, τον οποίο όμως δεν ενέκριναν οι γονείς της πρώτης. Αποφάσισαν να κλεφτούν. Το εγχείρημα όμως είχε οργανωτικές δυσκολίες, πώς δηλαδή η νύφη φεύγοντας θα έπαιρνε μαζί της κάποιο ρουχισμό. Όντας μοδίστρα προσποιήθηκε ότι επέστρεφε διορθωμένα και μεταποιημένα ρούχα σε φίλη της και τα συγκέντρωνε στο σπίτι της τελευταίας. Στη συνέχεια απέδρασε με τον εκλεκτό της καρδιάς της στην Αθήνα, όπου έγινε ο γάμος σε στενό κύκλο φίλων. Ο γαμπρός βρήκε διέξοδο στη μετανάστευση στην Αυστραλία. Η νέα νύφη επέστρεψε στον Άγιο, αλλά υποχρεώθηκε να μείνει με την πεθερά της, μιας και στο σπίτι των γονιών της εξακολουθούσε να μην γίνεται δεκτή. Την επόμενη χρονιά την προσκάλεσε ο σύζυγος στην Αυστραλία, όπου έμειναν μόνιμα.

Ένα ζήτημα για τους γάμους σε σχετικά μικρές και κλειστές κοινωνίες είναι κατά πόσο γαμπρός και νύφη μπορούσαν να είναι συγγενείς εξ αίματος. Στον Άγιο Κωνσταντίνο από μελέτες οικογενειακών δένδρων προκύπτει ότι τέτοιες περιπτώσεις ήταν πολύ σπάνιες και είναι σαφές ότι η τοπική κοινωνία δεν τις ενεθάρρυνε, παρ' όλο που τέτοιοι γάμοι ήταν πολύ συνηθισμένοι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (καθώς και στη σημερινή Τουρκία). Ο Ξ. Τ., ετών 27, και η πρώτη του εξαδέλφη Κ.Τ., ετών 21, ταξίδεψαν με το ίδιο πλοίο προς Νέα Υόρκη το 1915, προφανώς για να αποφύγουν τις αντιρρήσεις της κοινωνίας του Αγίου Κωνσταντίνου. Επέστρεψαν τη δεκαετία του 1930 κι έμειναν μαζί στην Αθήνα, χωρίς βέβαια να συνάψουν γάμο. Σε ηλικία 55 ετών ο Ξ. Τ. γύρισε στην πατρίδα του, τον Άγιο Κωνσταντίνο, και συνήψε γάμο με νύφη ετών 18.

Λογικά οι σχέσεις που κατέληγαν σε εγκυμοσύνη έκλειναν με γάμο, υιοθεσία, έκτρωση κ.λπ., δηλαδή με κάποιου είδους "τακτοποίηση". Οι ελληνοχριστιανικοί πληθυσμοί μετά την άλωση της Πόλης κατέληξαν κάτω από διαφορετικούς επικυρίαρχους. Στο βιβλίο γεννήσεων του Αγίου Γεωργίου της ελληνικής κοινότητας στη Βενετία αναφέρονται κάμποσες γεννήσεις, όπου στο πλάι αναφέρεται το παιδί ως "νόθο", αλλά έτυχε της αναγνώρισης ενός εύπορου πατέρα. Οι ρωμαίικες κοινότητες όμως υπό την Οθωμανική αυτοκρατορία δεν αναμένεται να είχαν τέτοιες φιλελεύθερες αντιλήψεις.  Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη το καλύτερο θα ήταν να καταλήξει σε γάμο, έστω κι αν το παιδί θα ήταν "εφταμηνίτικο".

Σε μια ιδιαίτερη ληξιαρχική εγγραφή αναφέρεται ότι ο Αναγνώστης Μ. Χ. παραμονές πρωτοχρονιάς του 1857 βρήκε ένα νεογέννητο αγόρι στην πόρτα του στους Βαλεοντάδες. Ο "ευρών" το υιοθέτησε και το βάφτισε. Από την εγγραφή δεν προκύπτει αν ήταν δικό του ή απλώς του το άφησαν. Ο συγκεκριμένος πάντως ήταν προφανώς άνθρωπος της εκκλησίας, αναγνώστης, και σε κάθε περίπτωση έκανε μια καλή πράξη.

Το 1860 στους Νενέδες ο ληξίαρχος πρέπει να προβληματίσθηκε αρκετά σε μια ληξιαρχική πράξη γέννησης. Κανονικά αφού αναγραφεί το όνομα του πατέρα εισάγεται το όνομα της μητέρας με τις λέξεις "σύζυγο αυτού" (δηλαδή του πατέρα). Όμως στην περίπτωση αυτή η μητέρα δεν ήταν ακριβώς σύζυγος του πατέρα. Τελικά ο ληξίαρχος σημείωσε ότι το παιδί γεννήθηκε "από την παλλακίδα" του.

Ωστόσο ακόμη πιο πριν, το 1834, στον πρώτο χρόνο της ηγεμονίας, η Α. Μ. είχε το θάρρος να κατηγορήσει τον Κ. Σ. προς τις αρχές της ηγεμονίας ότι την άφησε έγκυο, επειδή ο ίδιος είχε αρνηθεί την πατρότητα του παιδιού. Όμως η μητέρα κατάφερε να βρει μάρτυρα, που κατέθεσε ότι τον είχε ακούσει πριν μερικούς μήνες να βρίσκεται μέσα στο σπίτι της. Ο κατηγορούμενος μπήκε φυλακή. Βγήκε με εγγύηση μέχρι τη δίκη και με την υπόσχεση να τρέφει την ίδια και το παιδί. Το επεισόδιο περιγράφεται στο βιβλίο του Χ. N. Λάνδρου "Η μετεπαναστική Σάμος σε υποτέλεια: Το πρώτο πρωτόκολλο αλληλογραφίας της ηγεμονίας, 1834‐1835" (Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου Νικόλαος Δημητρίου, 2001).

Comments

Popular posts from this blog

Το ταξί του Αγίου

Η γιαγιά Φωτεινή