Η γιαγιά Φωτεινή
Τους παππούδες δεν τους γνώρισα, μονάχα τις γιαγιάδες. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στο νησί και μέναμε στο σπίτι της Φωτεινής, γιαγιάς από την πλευρά της μάνας μου. Το σπίτι το είχε χτίσει ο παππούς τη δεκαετία του '30. Απ΄τον παππού είχαν μείνει μόνο μερικά κάδρα, ένα μεγάλο πορτρέτο που κρεμόταν στο σαλόνι και η κυνηγετική του τουφέκα. Για τη γιαγιά, μια γυναίκα μοναχή, το σπίτι ήταν κουραστικό, με τις αυλές και τον κήπο του, με μια στέρνα για πότισμα, με ελιές στη συνέχεια του κήπου. Όλα αυτά είχαν μπόλικες δουλειές, αλλά η γιαγιά συνέχιζε να τις κάνει, όσο ήμουνα μικρός τουλάχιστον έτσι θυμάμαι, γιατί έτσι είχε μάθει από τον καιρό που ήταν κοντά της ο άντρας της. Όταν γεννήθηκα τον είχε χάσει μόλις τέσσερα χρόνια πιο πριν, αυτό το κατάλαβα πολύ αργότερα. Η ίδια είχε μόλις περάσει τα εξήντα. Η γιαγιά συνέχιζε όχι μόνο με τις δουλειές του σπιτιού, μα και με τα κτήματα. Έβαζε "μισακάρη" τον κυρ Χριστόδουλο για ελιές κι αμπέλια, μάζευε εργάτες κι εργάτριες στον τρύγο, κι έπαιρνε "γυναίκα" μια δυο φορές τη βδομάδα να τη βοηθάει στο σπίτι, την κυρά Θοδώρα. Μ' όλες αυτές τις βοήθειες ήταν συνεχώς απασχολημένη, σπάνια τη θυμάμαι να κάθεται, όσο ήταν καλά τουλάχιστο.
| Χριστόδουλος και Φωτεινή, 1923 |
Βέβαια οι δουλειές όπου είχα την ευκαιρία να την παρατηρώ ήταν πάντα οι καλοκαιρινές. Δεν είχα βρεθεί για παράδειγμα στο χωριό στο μάζεμα της ελιάς, μπορούσα όμως να πηγαίνω στον τρύγο και να κόβω πέντε σταφύλια με το κατσούνι (ένα μαχαίρι με καμπυλωτή λάμα). Τις αυλές του σπιτιού τις ξύριζε κυριολεκτικά, για να μη σηκώνεται σκόνη. Πρώτα τις έβρεχε κι ύστερα τις σκούπιζε μέχρι να φύγει το σαθρό χώμα και να μείνει μια κρούστα. Κάθε τόσο πότιζε τον κήπο "απολύοντας" το νερό της στέρνας, ανοίγοντας δηλαδή μια μεγάλη βάνα που το ελευθέρωνε σ' ένα αυλάκι που οδηγούσε στον κήπο. Το νερό μοιραζόταν στα δέντρα μέσα από ένα δίκτυο από αυλάκια. Κάθε δέντρο είχε γύρω του ένα ρηχό λάκκο. Ποτιζόταν με τη σειρά του, μέχρι να γεμίσει νερό η "γούρνα" του, κι αυτό γινόταν ανοίγοντας με μια τσάπα μόνο τα αυλάκια που οδηγούσαν σ' αυτό και κλείνοντας με φράγματα από χώμα τις διόδους προς τα υπόλοιπα. Ήταν για μένα ένα διασκεδαστικό παιχνίδι.
Μια άλλη δουλειά ήταν το κόψιμο του σταριού. Έβαζε στο πάτωμα ένα χοντρό σεντόνι κι από πάνω ένα πέτρινο χειρόμυλο. Ύστερα έριχνε το στάρι στη μέση της πάνω μυλόπετρας, όπου ήταν μια κυκλική τρύπα, και γυρίζοντάς την αυτό περνούσε από κάτω, ανάμεσα στις δυο πέτρες, κι έπεφτε κομμένο στο σεντόνι. Αν το 'θελε πιο λεπτοκομμένο το ξαναπερνούσε, ανάλογα και με τη χρήση, που μπορεί να ήταν ψωμί, τραχανάς, φύλλο για μπακλαβά ή πίττες. Όταν είχα κάπως μεγαλώσει και κατάφερνα να γυρίζω το μύλο ήταν ένα μικρό κατόρθωμα. Μια φορά κάθε καλοκαίρι έφτιαχνε τραχανά, ανακατεύοντας το στάρι με γάλα κι απλώνοντας τα κομμάτια στον ήλιο, άλλοτε στη βεράντα κι άλλοτε πάνω στη σκεπή ενός εξωτερικού ξυλόφουρνου. Τότε τα έντομα είχαν μεγάλη χαρά, αν και ο κήπος είχε τόσα λουλούδια που ήταν πάντα χαρούμενα.
Σαν ερχόταν η κυρά Θοδώρα έβαζαν πλύση με σηκωμένα τα μανίκια. Άναβαν ξύλα κάτω απ' το καζάνι του πλυσταριού κι ύστερα έτριβαν τα ρούχα στις πλύστρες με πράσινο σαπούνι. Αυτό το προμηθευόταν από τον σαπουνά, έναν έμπορο που περνούσε και μάζευε λάδια δεύτερης κατηγορίας και τα αντάλλασσε με σαπουνόπλακες. Άμα στέγνωναν τα ρούχα άρχιζε το σιδέρωμα με ένα βαρύ μαύρο σίδερο γεμάτο αναμμένα κάρβουνα.
Πολύ μικρός θυμάμαι κι ένα κοτέτσι στην αρχή του κήπου, κοντά στο σπίτι. Ύστερα άρχισε να έρχεται το χειμώνα στην Αθήνα, παράτησε τις κότες. Γίδες δεν είχε ποτέ, αγόραζε γάλα από μια γειτόνισσα.
Δε μου χαλούσε χατίρια. Άμα της ζήταγα κυδώνι άνοιγε τη γυάλα και μου έδινε. Άμα της ζήταγα μπακλαβά έκοβε ένα κομμάτι. "Θα το χαλάσεις το παιδί" της έλεγε η μάνα μου. Μόνο μια φορά που το παρατράβηξα, μάλλον ήθελα να φάω όλη τη γυάλα με μιας, την έκρυψε. Ύστερα τη βρήκα κι αρχίσαμε να παίζουμε κυνηγητό στις αυλές γύρω απ' το σπίτι.
Λέγανε πως στον καιρό της ήταν όμορφη και "λουσού". Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη από φορέματα και παλτά, κατά προτίμηση λούτρινα. Ήταν όλα μαύρα, μιας και ήταν χήρα, αλλά φαντάζομαι ότι πιο πριν θα είχε πολύ περισσότερα και πιο ανοιχτόχρωμα, υπήρχαν φωτογραφίες εξ άλλου. Οι τρεις από τις πέντε αδερφές της είχαν παντρευτεί κάτι τρελά πλούσιους μπαμπακοπαραγωγούς στην Αλεξάνδρεια, υπήρχε ανταγωνισμός με δυο λόγια. Λέγανε επίσης ότι στα νιάτα της ήταν πάντα μακιγιαρισμένη, αλλά ότι ο παππούς της είχε ζητήσει να τη δει αμακιγιάριστη πριν την ζητήσει σε γάμο.
Ο ένας από τους δυο της αδερφούς ήταν επιτυχημένος και ήδη πολύ πλούσιος στην Αμερική, ήταν ο "θείος Κώστας ο αμερικάνος", ακουγόταν πως όταν επέστρεφε στο νησί όλοι τον κυνηγούσαν για δανεικά κι αγύριστα, αλλά εκείνος προτιμούσε να κάνει δωρεές στο χωριό του, στην εκκλησία και στην κοινότητα. Εγώ τον είχα δει μόνο μια φορά στην Αθήνα, σ' ένα ξενοδοχείο. Από τα έξι συνολικά αδέρφια της μόνο δύο είχαν μείνει στο νησί, ένας αδερφός και μια αδερφή που έμεναν σ΄ένα γειτονικό ορεινό χωριό. Τους βλέπαμε σαν ανεβαίναμε στο χωριό της καταγωγής της γιαγιάς, έπρεπε υποχρεωτικά να πάμε με τη σειρά και στα δύο σπίτια, εκτός αν πηγαίναμε στο "εξοχικό" του αδερφού, σ' ένα μεγάλο καλύβι στη μέση της διαδρομής. Συνήθως μας έλεγε τους γεωργικούς του καημούς, για παράδειγμα πώς και γιατί χάλασαν τα κεράσια στις κερασιές. Του άρεσε η αλληλογραφία. Το χειμώνα μας έστελνε γράμματα, με απίστευτη καλλιγραφία και λιγότερο τέλεια ορθογραφία και κατά κανόνα με θέματα γεωργικού άγχους, δέντρα που ξεράθηκαν, ελιές που δεν είχαν αρκετό καρπό, τέτοια. Τα καλοκαίρια κατέβαινε στο χωριό, έδενε το γάιδαρο στις ελιές στην πέρα πλευρά του κτήματος του σπιτιού κι εμφανιζόταν φάντης μπαστούνι στη μέσα αυλή. Εξ άλλου δεν ήταν εύκολο να ειδοποιήσει, στο χωριό υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο, σ' ένα καφενείο. Έφερνε όμως και δώρα, καλαμπόκια, φρούτα, και κυρίως σταφύλια σουλτανίνα που ήταν σπάνια, ξέροντας πως τα προτιμούσα επειδή δεν είχαν κουκούτσια.
Το ρεύμα ήρθε στο χωριό όταν ήμουν ακόμη μικρός, αλλά θυμάμαι την εποχή πριν έρθει. Η γιαγιά άναβε τα βράδια τις "λασέρνες", λάμπες πετρελαίου. Προτιμούσε πάντα τις επιτραπέζιες, εκτός από δυο μεγάλες που είχε στο σαλόνι, σήμερα θα τις λέγαμε επιδαπέδιες. Αντίθετα, η άλλη μου γιαγιά είχε κυρίως λάμπες του τοίχου, κρεμασμένες από καρφιά. Οι επιτραπέζιες ήταν πιο χαμηλά. Οι σκιές σηκώνονταν ψηλά κι όσο τις πλησίαζε κάποιος τόσο πιο μεγάλη η σκιά του γέμιζε τους τοίχους στο δωμάτιο. Σαν ερχόταν η ώρα για ύπνο άφηνε μια δυο με χαμηλή φλόγα όλη νύχτα, ως το πρωί.
Το σπίτι είχε, έχει, μια φαρδιά πίσω βεράντα. Τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια μαζεύονταν κάτω απ' τ' αστέρια γείτονες και γειτόνισσες, κάθονταν πάνω σε στρωσίδια κι έλεγαν ιστορίες και κουτσομπολιά. Πιο πολύ τους άρεσαν οι ιστορίες με φαντάσματα, με νεκροταφεία και με άλιωτους. Αν δεν ήταν πολύ τρομαχτικές με έπαιρνε ο ύπνος.
Ένα χειμώνα η γιαγιά Φωτεινή έπαθε εγκεφαλικό. Τη φέραμε στην Αθήνα, αρχικά στο νοσοκομείο, μετά στο σπίτι σ' ένα ειδικό κρεβάτι, άντεξε γύρω στις σαράντα μέρες μόνο.
Comments
Post a Comment