Ο ιερομόναχος Νείλος
Ανάμεσα στα έγγραφα της μητρόπολης Σάμου υπάρχει η διαθήκη του ιερέα Θεοδώρου με ημερομηνία 3 Μαρτίου 1792. Ο ιερέας αφήνει στη μονή Βροντά τα πολυτιμότερα από τα υπάρχοντά του κυνιτά και ακύνιτα, δηλαδή ένα αμπέλι, το σπίτι εις τους βαλεοτήδες με τιν αβλί του και με τα δεντρικά οπου βρίσκονται προστά, ένα τουφέκι, δυο βαρέλια, μια στάμνα και οχτώ γρόσια. Για να ξοφλήσει τα χρέη του όμως παραγγέλλει στο μοναστήρι να επιστρέψει στους δανειστές του γύρω στα 260 γρόσια. Αφήνει επίσης στα πτοχά πεδία της μοσκυανής ... το μολάρι και τα βόδια και ... ένα χαρανί. Την εξόφθαλμα ανορθόγραφη διαθήκη έχει συγγράψει ο νείλος ιερομόναχος ο ψάλον εις τον άγιον κωνσταντίνον [Ιωάννου, 1992].
Σε μια άλλη διαθήκη από την ίδια συλλογή ο διαθέτης δηλώνει τα εξής: Το παρόν ειμόν διαλαμβάνο και ομολογό εγό ο γιόργις σαρίς ότη μετά να ασθένισα και ήλθα εις τα ολίσθια και φοβούμενος τον άορον θάνατον ειθέλισα ... έχο[ν] τας φρένα[ς] μου και το νουν μου να γράψο της ομόζιγός μου βασιλικύς και οπου θέλο ναφίσο δια τη ψυχήν μου ... γράφο και ης το μοναστίρι στου βροντά ένα κόλιβον γρ 10 ... ο γράψας παπα χατζί νείλος ... Δηλαδή αφήνει στο μοναστήρι ένα ποσό για το μνημόσυνό του. Στη γυναίκα του Βασιλική αφήνει ένα σπίτι κι ένα αμπέλι και της παραγγέλλει να τα αφήσει στο γιο του Ζαχαριά εφόσον τη φροντίσει, ει δε κυ δεν τ κυτάζι να τα κάνι ότι θέλι και βούλεται.
Επίσης το 1799 έκανε τη διαθήκη της η βασηληκοί κοστατί της κουτζί (η Βασιλική του Κωνσταντή της κουτσής), γιατί ήταν ετοιμόγεννη και φοβόταν μήπως πεθάνει πάνω στη γέννα. Ο σύζυγός της Μανόλης ήταν εν ζωή, αφού εμφανίζεται ως μάρτυρας στη διαθήκη. Αν η Βασιλική πέθαινε, ο Μανόλης θα είχε να μεγαλώσει ένα παιδί (μαζί ίσως με άλλα προηγούμενα). Παρ' όλα αυτά εκείνη αφήνει στην Παναγία του Βροντά ένα μύλο με τρεις μουριές, ένα αμπέλι κι ένα χαρανί, καθώς κι εκατό γρόσια αν ζήσει το παιδί.
Φαίνεται περίεργο να αφήνει η σύζυγος την περιουσία στο μοναστήρι αντί να την αφήνει στον σύζυγο. Ο Ιωσήφ Γεωργειρήνης, πρώην αρχιεπίσκοπος Σάμου, έγραφε το 1677 περιγράφοντας τη Σάμο πως αν ένας άντρας πεθάνει χωρίς αρσενικό παιδί ο αγάς είχε την εξουσία να δημεύσει τη γη του και να την πουλήσει. Επίσης αν η περιουσία ανήκει σε γυναίκα, αυτή δεν έχει δικαίωμα να την κληροδοτήσει στα παιδιά της και πάλι περιέρχεται στον αγά. Με μια τέτοια νομοθεσία το να καταλήγει η περιουσία μιας γυναίκας να γίνεται δωρεά σε μοναστήρι θα έπρεπε να ήταν συχνό φαινόμενο. Κατά πόσο το μοναστήρι δεχόταν και μια μυστική συμφωνία να μείνει στην οικογένεια της δωρήτριας η καλλιέργεια των αγρών που είχαν δωρηθεί είναι θέμα ανοιχτό.
Ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης, ιστορικός και ανώτερος υπάλληλος της σαμιακής ηγεμονίας, σημειώνει στο τέλος του 19ου αιώνα πως η μονή Βροντά κατείχε μεγάλη κτηματική περιουσία στη γύρω της περιοχή (876 στρέμματα), κυρίως αμπέλια, αλλά και πολλά μετόχια, κοντινά και μακρινά (π.χ. πέρα απ' το Βαθύ).
Ο ιερομόναχος Νείλος φαίνεται πως κατά περιόδους έμενε στο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου, που ήταν μετόχι της μονής Βροντά, τελούσε λειτουργίες κι έγραφε διαθήκες για λογαριασμό των κατοίκων της γύρω περιοχής με τρόπο που όλο και κάτι έμενε για το μοναστήρι.
Το 1799 ήδη αναγράφεται ως Χατζηνείλος, πράγμα που σημαίνει πως βρήκε τον καιρό να πάει για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Ομοίως το 1803 ο Χατζηνείλος εμφανίζεται ως δωρητής του Αγίου Νικολάου Αλατζάδων, γεγονός που δείχνει ότι ήταν πλέον ευκατάστατος. Το 1811 αναφέρεται για πρώτη φορά ως ηγούμενος της μονής Βροντά, στην συνέχεια ως το 1821 υπηρέτησαν κι άλλοι ως ηγούμενοι, αλλά το 1821, έτος της επανάστασης, φαίνεται πως ήταν και πάλι ηγούμενος. Ο Σταματιάδης λέει ότι επιστρέφοντας απ' το Βαθύ δολοφονήθηκε από ένα καλόγερο κι ένα συνεργό του, που δικιολόγησαν την πράξη τους λέγοντας ότι ανήκε στο κόμμα των Καλικαντζάρων, δηλαδή δεν υποστήριζε την επανάσταση. Το 1834, δεκατρία χρόνια αργότερα, όταν πια η Σάμος δεν είχε καταφέρει να ενωθεί με την Ελλάδα και οι επαναστάτες είχαν καταδιωχθεί από την ηγεμονία, δυο ανήψια του Νείλου κατήγγειλαν ότι οι καλόγεροι της μονής τον είχαν σκοτώσει προκειμένου να τον κληρονομήσουν.
Αυτή ήταν η καριέρα του Νείλου, ενός όχι ιδιαίτερα μορφωμένου ιερομόναχου που στα νιάτα του έγραφε στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου ανορθόγραφες διαθήκες συλλέγοντας έσοδα για το μοναστήρι, κατάφερε να γίνει ηγούμενος, και στο τέλος βρήκε άσχημο θάνατο τον καιρό της επανάστασης.
Τατιάνα Ιωάννου, "Δεκαεννέα διαθήκες από τα μοναστηριακά αρχεία της Σάμου", Αντιπελάργηση: Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου "Νικόλαος Δημητρίου", Βιβλιοθήκη Επιστημονικών Εκδόσεων, Τόμος 2, σελ. 449-478, Αθήνα, 1992.
Comments
Post a Comment