Το καφενείο του Μυρσιάδη

Το καφενείο του Κώστα Μυρσιάδη ήταν στην παραλία του Αγίου Κωνσταντίνου, εκεί που είναι τώρα το εστιατόριο του γιου του του Σταύρου. Το καφενείο αυτό το πρωτογνώρισα τη δεκαετία του '60, παιδί, όταν στο χωριό υπήρχαν τρία άλλα. Ήταν του Αντώνη Ευγενικού, στον πάνω δρόμο, στην "εθνική οδό", εξυπηρετούσε τη βασική στάση του λεωφορείου, έχει κλείσει εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν και του Φώτη Χατζηκώστα, λίγο πιο πέρα στην παραλία. Ο κυρ Φώτης είναι ο μόνος σήμερα από τους τρεις που έχει μείνει στη ζωή και διατηρεί το καφενείο του, το "Λιμάνι".

Το χωριό το ήξερα βασικά τα καλοκαίρια. Μέναμε εκεί δυο μήνες κάθε χρόνο, ίσως και παραπάνω, όσο ήταν κλειστά τα σχολεία. Στα γυμνασιακά μου χρόνια δυο με τρεις ώρες κάθε μεσημέρι, μετά το μπάνιο στη θάλασσα και το φαγητό, τις περνούσα στο καφενείο του Μυρσιάδη παίζοντας τάβλι, κατά κανόνα με ένα ξάδερφό μου, περίπου συνομήλικο, επίσης θερινό επισκέπτη. Μελετούσαμε θεωρία πιθανοτήτων, αντικείμενο που μάθαμε και οι δυο πιο συστηματικά στη συνέχεια. Τότε όμως λέγαμε πως "βαράμε ένσημα". Οι υπόλοιποι φίλοι μας, ντόπιοι, τέτοια ώρα ήταν συνήθως απασχολημένοι σε αγροτικές και άλλες εργασίες βοηθώντας τους γονείς τους, πού καιρός για παιχνίδια. Εμείς ήμασταν θερινοί παραθεριστές και τεμπέληδες.

Το καφενείο όμως το ήξερα πολύ πιο πριν. Μια φορά τη βδομάδα περνούσε από κει ένας κουρέας, είχε μια μόνιμη πολυθρόνα κι ένα καθρέφτη. Δεν αποκλείεται πιο πριν να περνούσε και οδοντίατρος και να χρησιμοποιούσε την ίδια πολυθρόνα. Κάποτε μέσα στο καλοκαίρι ερχόταν και η δική μου σειρά για κούρεμα. Θυμάμαι πως για να περάσω την ώρα μου κοίταζα τις αφίσες στον τοίχο. Μια που έβλεπα πιο επίμονα έδειχνε τα "στάδια της ζωής του ανθρώπου", από τη γέννηση και την παιδική ηλικία ως το γήρας και τον θάνατο.

Μερικές φορές τη βδομάδα περνούσε το μεσημέρι απ' το χωριό ο ταχυδρόμος. Ειδοποιούσε με μια ταχυδρομική σάλπιγγα μπαίνοντας στο χωριό απ' τη μεριά του Καρλοβάσου. Όσοι τον άκουγαν και περίμεναν γράμμα πήγαιναν τρέχοντας ως το καφενείο. Πήγαινα κι εγώ για γράμματα ή για τη σύνταξη της γιαγιάς μου ή μόνο για τη φασαρία ή ελπίζοντας πως θα έρθει κι ένα συγκεκριμένο κοριτσάκι. Η πιο δημοφιλής μέρα ήταν όταν μοιράζονταν οι συντάξεις, αλλά τα γράμματα είχαν μόνιμα την τιμητική τους και πού και πού έφτανε κανένα πακέτο. Πολλοί είχαν συγγενείς όχι μόνο στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε Αμερική και Αυστραλία, ακόμη και στην Αφρική, καθώς και ναυτικούς που γυρνούσαν τον κόσμο. Ο ταχυδρόμος φώναζε ένα ένα τα ονόματα που έβλεπε πάνω στους φακέλλους, όσοι άκουγαν το όνομά τους καταχαίρονταν, οι υπόλοιποι έμεναν με την ελπίδα για μιαν άλλη φορά. Ύστερα έδιναν γράμματα όσοι είχαν να στείλουν.

Ωστόσο το καφενείο του Κώστα Μυρσιάδη ήταν γενικότερα κέντρο επικοινωνίας. Εκεί ήταν εγκατεστημένο το τηλεφωνικό κέντρο, που εξυπηρετούσε βασικά δυο συσκευές, μια μέσα στο καφενείο κι άλλη μια στο αστυνομικό τμήμα, στην άλλη σχεδόν άκρη της παραλίας. Αργότερα ίσως προστέθηκε μια τρίτη για τον γιατρό. Στην αρχή καμμιά απ' αυτές δεν είχε δίσκο επιλογής, ήταν μόνο ένα ακουστικό πάνω σε άγγιστρο. Το κέντρο ήταν δηλαδή χειροκίνητο, τις συνδέσεις τις έκανε η μοναδική τηλεφωνήτρια, η Πινιώ, σύζυγος του Κώστα. Η ίδια προτιμούσε να τη λένε με το βαφτιστικό της, Ελπίδα. Συχνά στο τηλέφωνο υπήρχε ουρά, αλλά ακόμη και χωρίς ουρά έπρεπε να περιμένεις να τελειώσει η αστυνομία, που είχε πάντοτε προτεραιότητα και δεν αποκλείεται να κρατούσε το ακουστικό σηκωμένο όταν μιλούσαν οι πελάτες. Θυμάμαι την κυρία Ελπίδα να γυρνάει μια "μανιβέλα" για το κουδούνισμα και μετά να λέει "έλα κέντρο", για να συνεννοηθεί στη συνέχεια για τη συγκεκριμένη σύνδεση.

Παραλίγο όμως να ξεχάσω το πιο σπουδαίο απ' όλα. Και τα δυο καφενεία της παραλίας γίνονταν κάμποσες φορές τη βδομάδα θερινοί κινηματογράφοι. Συχνά έπαιζαν έργα συγχρόνως και ο ήχος του ενός έφτανε στο άλλο. Ένα πανί σκέπαζε τον εξωτερικό τοίχο του καφενείου, οι καρέκλες έμπαιναν από τη μεριά της θάλασσας. Αν φυσούσε, η ταινία φαινόταν κυματιστή. Αν φυσούσε παραπάνω, η φουρτούνα κατάβρεχε τις πλάτες των θεατών. Πότε πότε η μηχανή χαλούσε στη μέση της ταινίας, το πλαστικό καιγόταν κι άρχιζε επί τόπου η επισκευή του κινητήρα με δημοκρατική συνεργασία όλων των ειδικών στη μηχανολογία. Στα διαλείμματα έπαιζαν σ' ένα πικάπ Καζαντζίδη και το καφενείο είχε την ευκαιρία να πουλήσει αναψυκτικά.

Μετά τα χρόνια πέρασαν, έφυγε προ ημερών ο κύριος Κώστας, λιγοστεύουν σιγά σιγά αυτοί που ήταν εκεί κι αυτοί που τα θυμούνται.

Comments

Popular posts from this blog

Το ταξί του Αγίου

Γάμοι

Η γιαγιά Φωτεινή