Οι εκκλησίες του Αγίου Κωνσταντίνου
Οι εκκλησίες μιας περιοχής αξίζουν ιδιαίτερης μνείας για πολλούς λόγους. Συχνά αποτελούν παλαιά ιστορικά κτίσματα που σημαδεύουν το τοπίο της περιοχής, όπως το καμπαναριό του Άη Γιάννη στον Άγιο Κωνσταντίνο και η Κοίμηση της Θεοτόκου στον Άνω Άγιο. Επίσης μπορούν να δώσουν στοιχεία για τη δημιουργία και εξέλιξη των οικισμών, γιατί μεγαλώνουν μαζί με τις ανάγκες εκκλησιασμού του πληθυσμού και μαζί με τις οικονομικές του δυνατότητες. Στον παράλιο Άγιο Κωνσταντίνο ως ενοριακός ναός λειτουργούσε ως τον Οκτώβριο του 2020 η εκκλησία του "Γενεθλίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου", ενώ μέσα στο χωριό υπάρχουν ακόμη η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και τα ξωκλήσια της Βαγγελίστρας (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) και της Αγίας Κυριακής.
Πότε ακριβώς πρωτοχτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη δεν είναι γνωστό. Όμως σε ληξιαρχική πράξη γέννησης του 1855 αναφέρεται ότι το παιδί δηλώθηκε από τον Κωνσταντίνο Σταυρινού, εφημέριο του "Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου". Σε απογραφή του 1869 καταγράφονται για τον Άγιο Κωνσταντίνο ένας ναός (πιθανότατα η "Κοίμηση της Θεοτόκου" του Άνω Αγίου Κωνσταντίνου) και δυο μετόχια, ο Αγ. Κωνσταντίνος (στον Άνω Άγιο) και ο Άγ. Ιωάννης. Περί τo 1880 ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης γράφει στα Σαμιακά (Δ' τόμος) ότι στον Άγιο Κωνσταντίνο υπάρχει “εκκλησσίδιο”, μετόχι της Ζωοδόχου Πηγής. Το 1876 ιερέας στον Όρμο Αγίου Κωνσταντίνου και μάλιστα στην ενορία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου αναφέρεται ο Νικόλαος Χατζη-Γεωργίου (στις ληξιαρχικές πράξεις γέννησης υπ' αρ. 10 & 28 στο ληξιαρχικό βιβλίο Έξ Γειτονιών του έτους 1876) ο οποίος παρέμεινε εν ενεργεία ως τον Ιούνιο του 1881, οπότε κατά πάσα πιθανότητα ασθένησε και τελικά πέθανε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες η εκκλησία χτίστηκε στη θητεία του ιερέως Παναγιώτη Μαραθοκαμπίτη (1849-1923) με εράνους των κατοίκων, επειδή προφανώς είχε θεωρηθεί ότι οι υπάρχουσες εκκλησίες δεν κάλυπταν τον τότε πληθυσμό. Προηγουμένως ο Παναγιώτης Μαραθοκαμπίτης ήταν ιερέας Βαλεοντάδων και εμφανίζεται ως ιερέας (του “όρμου”) Αγίου Κωνσταντίνου από τον Ιούνιο του 1881.
Όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις ότι στη δεκαετία του 1880 χτίστηκε μεγαλύτερη εκκλησία στη θέση υπάρχουσας μικρότερης του Αγίου Ιωάννη. Είναι πιθανό κάποιες εργασίες να έγιναν το πρώτο εξάμηνο του 1882, επειδή από τον Φεβρουάριο ως τον Σεπτέμβριο καμμιά βάπτιση και καμμία κηδεία δεν έγινε στον Άγιο Ιωάννη (και κανένας γάμος, αλλά οι γάμοι γίνονταν συνήθως στα σπίτια).
Το 1884 οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και βάπτισης που αφορούν στον Όρμο Αγίου Κωνσταντίνου με ιερέα τον Παν. Μαραθοκαμπίτη υφίστανται μια αξιοπρόσεκτη μεταβολή. Ενώ μέχρι τον Ιούλιο αναφέρεται ως σχετική εκκλησία ο Άγιος Ιωάννης, από τον Σεπτέμβριο αναφέρεται η "Γέννησις Ιωάννου του Προδρόμου". Η ονομασία αυτή διευκολύνει τη διάκριση με τον ενοριακό ναό των Νενέδων, την "Σύλληψη Ιωάννου του Προδρόμου". Το θέμα είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, αλλά μια πιθανή είναι ότι άρχισε να λειτουργεί ο νέος ναός με νέα επίσημη ονομασία.
Μια άλλη πιο πεζή ερμηνεία είναι η εξής: Τις ληξιαρχικές πράξεις του πρώτου μισού του έτους έχει συντάξει ο ληξίαρχος Χ. Ευγενικού, ενώ τις υπόλοιπες από τον Ιούλιο και μετά έχει συντάξει ο ληξίαρχος Αναγνώστης Σταματίου, ο οποίος το 1880 είχε χρηματίσει επίτροπος της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη. Ο Σταματίου έγραψε μια λ.π. με εκκλησία τον Άγιο Ιωάννη, όπως έκανε ως τότε και ο Ευγενικού, στη συνέχεια όμως σημείωνε ως ναό τη Γέννηση του Ιωάννη του Πρόδρομου. Με δυο λόγια η αλλαγή ονόματος μπορεί να οφείλεται στο ότι ο δεύτερος ληξίαρχος ήταν πιο σχολαστικός από τον πρώτο.
Στις 30/5/1890 ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Καραθεοδωρή με διάταγμά του καταργεί ένα φόρο που αποσκοπούσε στην κατασκευή αποβάθρας στον Άγιο Κωνσταντίνο. Το μέχρι τότε εισπραχθέν ποσό διατίθεται με το ίδιο διάταγμα για την ανακαίνιση της εκκλησίας των "Γενεθλίων του Προδρόμου". Το θέμα της αποβάθρας επανέρχεται αργότερα επί ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση, ο οποίος τον Ιούνιο του 1909 με νέο νόμο δίνει δάνειο 150 λιρών στον δήμο Αγίου Κωνσταντίνου.
Επειδή οι επίτροποι των εκκλησιών τον καιρό της ηγεμονίας ορίζονταν με ηγεμονικό διάταγμα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα ονόματά τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Από τον ηγεμόνα Μιχαήλ Γρηγοριάδη στις 13/1/1901 ορίζονται στην εκκλησία Γενέθλιον του Προδρόμου στον Όρμο Αγίου Κωνσταντίνου οι Μαν. Θ. Ταχτέρης, Ευάγγελος Καφαντάρης και Πλούταρχος Γ. Χαστάς. Ο ηγεμόνας Κοπάσης στις 28/12/1907 ορίζει επιτρόπους στην εκκλησία τους Ευγένιο Ι. Χατζή Κώστα, Πελοπίδα Π. Κατσίκα και Κωνσταντίνο Σ. Χατζή Κώστα. Την 1/2/1910 ορίζει τους Σταύρο Σ. Σκοπού, Ευάγγελο Μ. Καφαντάρη και Ζαφείρη Ι. Χατζή Ιωάννου, ενώ στις 1/4/1910, δυο μήνες αργότερα, αντικαθιστά τον δεύτερο με τον Νικόλαο Βαλεοντή. Στις 24/2/1911 ορίζονται επίτροποι οι Ευάγγελος Μ. Καφαντάρης, Μαν. Θ. Ταχτέρης και Γεώργιος Ν. Γαργαλιάνος. Στις 9/1/1915, με το τέλος της ηγεμονίας και την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα, ορίζονται οι Παναγιώτης Δ. Ζαφείρης, Μιλτιάδης Σπ. Αναγνώστου Σταματίου και Δημήτριος Επ. Κεχαγιάς από τον Γενικό Διοικητή Σάμου, εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους.
Για ποιο λόγο οι επίτροποι διορίζονταν κάθε τόσο από τον ηγεμόνα; Ο Επαμ. Σταματιάδης περιγράφει το ηγεμονικό θεσμικό πλαίσιο των εκκλησιαστικών επιτρόπων στην εποχή του, δηλαδή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Οι επίτροποι ενός ναού ορίζονται με ηγεμονικό διάταγμα κατόπιν πρότασης του δημοτικού συμβουλίου του τόπου, όπου ευρίσκεται ο ναός. Έχουν οικονομικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες, αλλά για σχετικά μεγάλες δαπάνες (επισκευές, αγοραπωλησίες της κινητής περιουσίας του ναού κ.λπ.) χρειάζονται την έγκριση του δημοτικού συμβουλίου. Στο τέλος Απριλίου κάθε χρόνου καταθέτουν απολογισμό και η θητεία τους λήγει υποχρεωτικά. Το χρηματικό κεφάλαιο του ναού οφείλουν να μην το κρατούν σε ακινησία, αλλά να το επενδύουν, δηλαδή να το δανείζουν εντόκως σε αξιόχρεους συμπολίτες τους. Για τις πράξεις τους κρατούν βιβλία και αποδείξεις. Τους γίνεται καταλογισμός (δηλαδή θα πληρώσουν από την τσέπη τους πρόστιμα και αποζημιώσεις) για πράξεις που δεν αποδεικνύονται ή που καταλήγουν σε ζημία ή επειδή έχουν παραλείψει να τοκίσουν τα εκκλησιαστικά χρήματα.
![]() |
| Ο Άγιος περί το 1930 |
| Η Αγία Παρασκευή το 2001 |
Το οστεοφυλάκιο όμως φαίνεται ότι είχε εξάψει τη φαντασία των ζωντανών. Δεν έλειπαν ιστορίες για κόκκαλα που τρίζουν και πεθαμένους με νυχτερινές δραστηριότητες. Κάποιοι που είχαν το κουράγιο να σκαλίσουν την υπόθεση βρήκαν ποντίκια να χορεύουν κάτω απ' το πάτωμα. Μια χαρακτηριστική ιστορία που κυκλοφορούσε ήταν η εξής: Κάποιος διέδωσε σε μια παρέα ότι σ' ένα ξωκλήσι ήταν προσωρινά φυλαγμένος ένας άλιωτος. Ένας άλλος απ' την παρέα καυχήθηκε ότι δεν ένιωθε κανένα φόβο. “Είσαι άξιος να πας εκεί σήμερα το βράδυ και να βάλεις ένα κεφτέ στο στόμα του;” τον ρώτησαν. Στη συνέχεια έστειλαν κάποιον που σκεπάστηκε μ' ένα σεντόνι και παρέστησε τον πεθαμένο. Περίμενε το φίλο του με τον κεφτέ, τον οποίο και δάγκωσε στο δάχτυλο. Ο δαγκωμένος έριξε μια γερή γροθιά στον “πεθαμένο” και τον έριξε λιπόθυμο.
![]() |
| Επιγραφή Α. Κυριακής |


Comments
Post a Comment