Τα επαγγέλματα στον Άγιο τον δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού
Οι διαθέσιμες γραπτές πηγές απ' όπου μπορούν να αντληθούν μαζεμένες πληροφορίες για τα επαγγέλματα των κατοίκων του Αγίου Κωνσταντίνου είναι οι ληξιαρχικές πράξεις και εκλογικοί κατάλογοι. Υπάρχουν οι ληξιαρχικές πράξεις "αποβιώσεως", όπου αναφέρεται το επάγγελμα του αποβιώσαντος, αλλά και άλλες ληξιαρχικές πράξεις όπου κάποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας. Ορισμένοι εκλογικοί κατάλογοι περιλαμβάνουν το επάγγελμα, όπως αυτός του 1914. Άλλες περιπτώσεις όπου εμφανίζεται αναφορά στο επάγγελμα κάποιου είναι αγγελίες, διαφημίσεις σε εφημερίδες, έγγραφα της διοίκησης, δικαστικά έγγραφα, εμπορικά τεφτέρια, συμβόλαια κ.α.
Επίσης υπάρχουν οι απογραφές πληθυσμού. Εκεί τα στοιχεία δεν είναι και τόσο λεπτομερή, αλλά δίνουν τουλάχιστον μια γενική εικόνα. Στην απογραφή του 1828 ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε 112 άντρες και 142 γυναίκες, σύνολο 254. Στην απογραφή του 1864 οι Έξι Γειτονιές είχαν 881 άντρες και 881 γυναίκες, σύνολο 1762. Τον καιρό της συγγραφής των Σαμιακών από τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη ο άνω Άγιος Κωνσταντίνος αναφέρεται να έχει 47 οικίες, 57 οικογένειες, 215 κατοίκους, 41 άνδρες, 36 εγγάμους. Ο Όρμος Αγίου Κωνσταντίνου έχει 54 οικίες, 55 οικογένειες, 238 κατοίκους, 46 άνδρες, 41 εγγάμους. Έχει επίσης ένα σχολείο με 38 μαθητές, 3 μαθήτριες και ένα δάσκαλο.
O Εμμανουήλ Κρητικίδης, περίπου σύγχρονος του Σταματιάδη, γράφει στην "Τοπογραφία αρχαία και σημερινή της Σάμου" (τυπογραφείο Ρενιέρη Πρίντεζη, Ερμούπολη, 1869, ανατύπωση από τον εκδ. οίκο Ν. Καραβία στην Αθήνα το 1982) τα εξής στοιχεία για τον Άγιο Κωνσταντίνο για την κατάσταση περί το 1860: Οίκους 70, ναόν 1, μετόχια 2, σχολείον 1, άρρενας 179 (γεωργούς 65, εμπόρους 7, ναύτας 12, βιομηχάνους 12, διδάσκαλον 1, ιερείς 2), θηλείας 185.
Στα χωριά οι κάτοικοι ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία γεωργοί, ακόμη κι αν αυτή δεν ήταν η μόνη τους απασχόληση. Ασχολούνταν είτε κύρια είτε συμπληρωματικά με τη γη, όποιο άλλο επάγγελμα κι αν είχαν. Εξαιρέσεις αποτελούσαν κάποιοι περαστικοί δημόσιοι υπάλληλοι, όπως χωροφύλακες, τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες και αγροφύλακες. Δάσκαλοι και οι παπάδες μπορεί να ήταν περαστικοί, μπορεί όμως και να είχαν ρίζες στην περιοχή ή να αποκτούσαν.
![]() |
| Το μάζεμα των φυστικιών, άγνωστης χρονολογίας. |
Οι ναυτικοί ήταν το δεύτερο σε πληθυσμό επάγγελμα στο νησί και βρίσκονταν σε χωριά κοντά στη θάλασσα. Αν είχαν κτήματα, έπρεπε οι οικογένειές τους να φροντίσουν να καλλιεργούνται κατά την απουσία τους. Ο Άγιος Κωνσταντίνος ήταν μεν παραθαλάσσιο χωριό, αλλά χωρίς ένα κανονικό λιμάνι. Πάντως φορτοεκφορτώσεις προς και από πλοία γίνονταν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Π.χ. περαστικά πλοία τον καιρό της παραγωγής του κρασιού μπορούσαν να περισυλλέγουν γεμάτα βαρέλια που είχαν ριχτεί στη θάλασσα από τους κρασέμπορους ή να ρίχνουν άδεια βαρέλια για να τα μαζέψουν οι τελευταίοι. Άλλα φορτία μπορούσαν να πηγαινοέρχονται με καΐκια και βάρκες.
Σε κατάλογο σκαφών της ηγεμονίας του 1852 ελάχιστα σκάφη ανήκουν σε πλοιάρχους που μένουν στον Άγιο Κωνσταντίνο. Πρόκειται για μια μπομπάρδα 26 τόνων με όνομα Μιχαήλ ο Ομολογητής, που ανήκει στους Ν. Κουτζόνη και Μ. Ανδρέου κι έχει πλοίαρχο τον Ιωάννη Φουρφούνη. Ακόμη είναι γραμμένη μια σακολέβα 6 τόνων, ο Χρυσόστομος του Νέστορα Παπαδημητρίου με καπετάνιο τον Νικόλαο Παπαγεωργίου. Τέλος αναφέρεται ένα τσερνίκι τριών τόνων, ο Άγιος Νικόλαος του Αναγνώστη Νικολάου με καπετάνιο τον Ασλάνη Ν. Γκουρανά που μένει στις Έξι Γειτονιές (δηλαδή στα χωριά της ευρύτερης περιοχής του Αγίου).
Τα παραλιακά χωριά είχαν επανδρωθεί με τους κατάλληλους αξιωματούχους για την επίβλεψη των εξαγωγών και εισαγωγών από την πλευρά της θάλασσας. Σε έγγραφο του 1905 ο ηγεμόνας Ιωάννης Βιθυνός αντικαθιστά τους Μανουήλ Θ. Ταχτέρη, τελωνοσταθμάρχη Όρμου Αγίου Κωνσταντίνου, Χρήστο Δ. Παρασκευής, τελωνοφύλακα Αυλακίων, και Γεώργιο Ι. Παπά Γεωργίου, τελωνοφύλακα Όρμου Αγίου Κωνσταντίνου με τους Κωνστ. Ι. Κονδύλη, Μανουήλ Μ. Νικολάκαινα και Κυριάκο Δ. Νικολάκαινα (βλ. Χρίστου Λάνδρου, "Σαμιακά έντυπα μονόφυλλα 1832-1915"). Χωροφύλακες, τελωνοφύλακες και αγροφύλακες της εποχής μετά την ένωση με την Ελλάδα φαίνονται στην πιο κάτω φωτογραφία μαζί με τον ιερέα Δ. Ν. Παπαγεωργίου (1879-1959, η φωτογραφείο προέρχεται από το αρχείο του εγγονού του Δ. Ζ. Παπαγεωργίου). Κρίνοντας από την ηλικία του τελευταίου, ίσως είναι λίγο μετά την κατοχή.
![]() |
| Αξιωματούχοι στον Άγιο. |
Σε μια περιορισμένη οικονομία λίγοι ήταν εκείνοι που ασκούσαν ένα συγκεκριμένο επάγγελμα κατ' αποκλειστικότητα, επειδή ελάχιστα επαγγέλματα ήταν ικανά να στηρίξουν από μόνα τους μια οικογένεια. Γενικότερα φαίνεται ότι η έννοια του επαγγέλματος σε μια τέτοια κοινωνία και οικονομία δε μπορούσε παρά να μένει χαλαρή.
Τα κατά καιρούς ή και συγχρόνως εναλλασσόμενα επαγγέλματα και άλλες ιδιότητες μπορούμε να τα δούμε σε δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: Ο Αναγνώστης Σταματίου (1821-1897) ήταν πιο γνωστός ως "αναγνώστης", δηλαδή ρασοφόρος βοηθός στην εκκλησία με κύρια ασχολία την ανάγνωση ιερών κειμένων κατά τη λειτουργία. Το πραγματικό του όνομα, πριν γίνει αναγνώστης, ήταν πιθανότατα Γιώργος, αλλά όλοι τον ήξεραν ως Αναγνώστη, δηλαδή με την "επαγγελματική" του ιδιότητα. Αυτό συνέβαινε και με τους άλλους αναγνώστες της εποχής που κατά κάποιο τρόπο έχαναν το αρχικό τους μικρό όνομα. Όμως σε ληξιαρχική πράξη των Εξ Γειτονιών του έτους 1881, όπου περιλαμβάνεται ως μάρτυρας, αναφέρεται ως βαφεύς το επάγγελμα. Έβαφε δηλαδή βράκες στο χρώμα της μόδας εκείνης της εποχής, που ήταν ανάμεσα στο μπλε και στο μαύρο. Το 1853 ήταν πάρεδρος (δηλαδή αντιδήμαρχος), το 1863 δήμαρχος, το 1864 δημόσιος ταμίας, το 1880 πάρεδρος του ειρηνοδικείου, το 1880 επίτροπος της εκκλησίας του Ιωάννου του Προδρόμου και για σειρά ετών (μετά το 1882) χρημάτισε ληξίαρχος. Ορισμένα απ' αυτά τα δημόσια αξιώματα απέδιδαν αξιοπρεπή μισθό, όσο κρατούσαν. Τέλος, στη ληξιαρχική πράξη θανάτου του (στις 30 Δεκ. 1897, σε ηλικία 80 ετών) αναφέρεται ως παντοπώλης. Ο γιος του, ο Σπύρος (του Αναγνώστη) Σταματίου (1855-1912) ήταν επίσης γνωστός βαφέας. Συγχρόνως όμως διατηρούσε καφενείο, που υπάρχει ως σήμερα (το Λιμάνι).
| Ο Σπύρος Α. Σταματίου, βαφέας, καφεπώλης, γεωργός. |
Για την περίοδο γύρω στις αρχές του εικοστού αιώνα πληροφορίες για τα επαγγέλματα (των ανδρών τουλάχιστον) δίνει ο εκλογικός κατάλογος του 1914. Από τους 128 εγγεγραμμένους οι 61, δηλαδή περίπου οι μισοί, είναι γεωργοί. Σ' αυτούς περιλαμβάνεται περιέργως πως μόνο ένας "κτηματίας". Η λέξη κτηματίας λογικά αποδίδει κάποιον με ικανή κτηματική περιουσία. Σε ληξιαρχικές πράξεις και άλλα δημόσια έγγραφα η ιδιότητα αυτή εμφανίζεται συχνά.
Στη θάλασσα εργάζονταν 16 άτομα, δηλωμένα ως ναυτικοί ή πλοίαρχοι, ενώ υπάρχει ένας μόνο "καλαφάτης", δηλαδή καραβομαραγκός. Δέκα έμποροι είναι η τρίτη σε πλήθος ομάδα, αλλά υπάρχει μόνο ένας εμποροϋπάλληλος. Εμφανίζονται επίσης τέσσερεις καφεπώλες, τρεις παντοπώλες και δύο κρεοπώλες δηλαδή λιανέμποροι. Οι υπόλοιποι είναι ως επί το πλείστον τεχνίτες, δηλαδή τέσσερεις ξυλουργοί, ένας κορνιζοποιός, τρεις "καθεκλοποιοί", δύο βαρελοποιοί και δύο σιδεράδες. Στον τομέα των υπηρεσιών δουλεύουν δυο δάσκαλοι, ένας γιατρός κι ένας "ξενοδοχοϋπάλληλος", αλλά βεβαίως σε ξενοδοχείο στο Λιμένα Βαθέος. Επίσης υπάρχουν δύο "μυλωθροί", δηλαδή μυλωνάδες.
Στα ασυνήθιστα επαγγέλματα αξίζει να αναφερθεί εκείνο του "τηλεφωνικού σταθμάρχη" και του "τηλεφωνικού υπαλλήλου". Ο Ευάγγελος Μ. Καφαντάρης φαίνεται να ασκεί αυτά ακριβώς τα επαγγέλματα στη δεκαετία του 1890, το 1894 και το 1898 αντίστοιχα (όπως προκύπτει από ληξιαρχική πράξη του 1894, όπου υπογράφει ως μάρτυρας). Το 1898 ως "τηλεφωνοσταθμάρχης" αναφέρεται ο Νικόλαος Κ. Κρητικού. Εξαφανισμένα σήμερα επαγγέλματα είναι από τα παραπάνω εκείνα του βαφέα (ρούχων), του "βυτοποιού" (βαρελοποιού) και του "μυλωθρού".
Σπάνια υπήρχε στον Άγιο Κωνσταντίνο γιατρός. Στο "τεφτέρι" του έμπορου Μιλτιάδη Θεοδωρή (γεννημένου το 1883) εμφανίζεται ο γιατρός Μιλτιάδης Τομπάζης να έχει αγοράσει το 1940 και το 1941 επί πιστώσει κάρβουνα και λάδι και στη συνέχεια να τα έχει εξοφλήσει δίνοντας από 1000 δραχμές κάθε φορά.
Υπάρχει ωστόσο και μια μικρή βιομηχανική παραγωγή: Στη σαμιακή εφημερίδα Αιγαίο εμφανίζεται στις 4 Νοεμβρίου 1924 ένα δημοσίευμα, σύμφωνα με το οποίο οι γιοί του Στέφανου Κυριαζή κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια ισχυρή ένωση με την επωνυμία "Βιομηχανική Εταιρεία Αφών Σ. Κυριαζή" που τότε εγκαινίαζε το τέταρτο εργοστάσιό της στον Αγιο Κωνσταντίνο. Είχαν προηγηθεί ένα υδροκίνητο ελαιοτριβείο και μύλος αλεύρου στους Μύλους, ένα ατμοκίνητο ελαιοτριβείο στους Μαυρατζαίους κι ένα τρίτο στην κοινότητα Χώρας. Το ελαιοτριβείο του Αγίου ήταν εξοπλισμένο με δύο μηχανές, η μια πετρελαιοκίνητη, με υδραυλικό πιεστήριο για την παραγωγή του λαδιού κ.λπ. Η εταιρία είχε και τρία αυτοκίνητα που εργάζονταν σε συγκοινωνιακές γραμμές.
Για τις γυναίκες αντίστοιχα μπορούμε να αντλήσουμε κάποιες λίγες πληροφορίες μόνο απ' τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, επειδή ως μάρτυρες δεν εμφανίζονται ποτέ και δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν το 1914. Η ποικιλία εδώ είναι πολύ περιορισμένη. Στη θέση του επαγγέλματος για τις περισσότερες αναφέρεται η φράση "γυναικείων έργων" (αυτό που σήμερα στα δελτία ταυτότητας γράφεται ως "οικιακά"), ενώ λίγες αναγράφονται ως γεωργοί.


Comments
Post a Comment