Το κρασί διαμορφώνει το τοπίο στη βόρεια Σάμο

 Η οικονομία του νησιού ήταν κυρίως αγροτική, μολονότι στα χρόνια της ηγεμονίας οι ειδικές συνθήκες έδωσαν ώθηση σε ορισμένες ειδικού τύπου βιομηχανίες, όπως αυτές των τσιγάρων και των δερμάτινων ειδών.

Το κρασί ήταν από την αρχαιότητα το πιο φημισμένο προϊόν της Σάμου, αλλά τον καιρό της ερήμωσης (περίπου 1480 ως 1570) επικράτησαν τα δάση. Το 1702 στη βόρεια πλευρά ο σπουδαίος βοτανολόγος Joseph Pitton de Tournefort είδε μόνο δάση, αλλά τον επόμενο αιώνα στις βόρειες πλαγιές παράγεται ο κύριος όγκος του κρασιού. Το 1828 μόνο ο Άγιος Κωνσταντίνος παράγει 8000 γομάρια κρασί κι άλλα τόσα παράγουν οι Βουρλιώτες σε σύνολο 47000 περίπου γομαριών, δηλαδή το ένα τρίτο της παραγωγής του νησιού. Άλλο ένα τρίτο παράγεται στην περιοχή Βαθέος, ενώ το τελευταίο τρίτο σ' όλο το υπόλοιπο νησί (βλ. Ελένης Σ. Δήμα "η αμπελοκαλλιέργεια στη Σάμο από τον εποικισμό ως την επανάσταση" στο βιβλίο "Σάμος η κυρά των αμπελιών", 2000). Εδώ διαφαίνεται μια απότομη οικονομική και οικιστική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στη βόρεια πλευρά. Ας δούμε πώς και γιατί.

Έχει διατυπωθεί η άποψη η παραγωγή κρασιού είναι ασύγκριτα πιο αποδοτική από τις κοινές γεωργικές καλλιέργειες. Ο Erich Landsteiner διερεύνησε την επίδραση της οινοπαραγωγής σε περιοχές της Αυστρίας κατά το δέκατο ένατο αιώνα (την εποχή των Αψβούργων) και διαπίστωσε ότι η επίδρασή της πάνω στην κοινωνία μπορεί να συγκριθεί με την επίδραση της πρωτοβιομηχανικής παραγωγής. (Βλ. E. Landsteiner, "Household, family, and economy among wine growing peasants: The case of lower Austria in the first half of the nineteenth century'', The history of the family, Elsevier Science, Volume 4, Number 2, pp. 113-135, 1999. Επίσης F. W. Carter, "Viticulture on Hvar Island, Yugoslavia'', Journal of Wine Research, Volume 1, Issue 2, pp. 139-157, 1990.) Η παραγωγικότητα του αμπελιού αλλάζει και τον τρόπο διανομής της γης. Στη συνηθισμένη αγροτική οικονομία η διαίρεση της γης σε κομμάτια για να κληρονομηθούν από όλα τα παιδιά είναι δύσκολη, επειδή η μικρή έκταση δεν εξασφαλίζει τα προς το ζην σε μια οικογένεια. Χαρακτηριστικά, στο μεσαίωνα ο πρωτότοκος μόνο κληρονομεί τη γη για να μη διαιρεθεί, ενώ ο δευτερότοκος γίνεται  κληρικός και ο τρίτος στη σειρά στρατιωτικός. Όμως η έλευση της αμπελοκαλλιέργειας κάνει βιώσιμο και το μικρό κλήρο. Ο γονιός μπορεί πια να δώσει μερίδια στα παιδιά του που μπορούν να συνεργασθούν και να συντηρήσουν κοινές υποδομές, όπως είναι τα πατητήρια.

Η καλλιέργεια του αμπελιού αξίζει φυσικά αναφοράς για χάρη της περιγραφής της οικονομίας του τόπου, επί πλέον όμως αναδείχθηκε σε βασικό ρυθμιστή του οικιστικού τοπίου της βόρειας κεντρικής Σάμου. Μ' άλλα λόγια η λύση στο "αίνιγμα" της δημιουργίας των οικισμών της ευρύτερης περιοχής του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται κατά πάσα πιθανότητα στην καλλιέργεια του κρασιού και στις μεταφορές του.

Η ανάπτυξη φέρνει την αύξηση του πληθυσμού και τη συμπύκνωση των οικισμών. Στο μεμονωμένο αγρόκτημα ο γεωργός είναι τεχνίτης για όλες τις δουλειές. Η συντήρηση εξειδικευμένου σιδερά για παράδειγμα γίνεται σε μια περιοχή βιώσιμη όταν ο πληθυσμός περάσει μια κρίσιμη μάζα μέσα στην οποία θα βρεθούν οι πελάτες, ενώ η παροχή των υπηρεσιών του γίνεται πιο εύκολη όσο συμπυκνώνεται ο πληθυσμός σε μεγαλύτερους και λιγότερους οικισμούς. Γενικότερα η ανάπτυξη και η εξειδίκευση είναι αλληλένδετες και σχετίζονται στενά με την οικιστική συμπύκνωση, όπως αναλυτικά έχει εξηγήσει ο Adam Smith στο κλασσικό του σύγγραμμα με τίτλο "ο πλούτος των εθνών" (1904).

Το αμπέλι χρειάζεται φροντίδα λίγο ως πολύ όλο το χρόνο,  σε αντίθεση π.χ. με την καλλιέργεια της ελιάς. Βέβαια την κορύφωση της δραστηριότητας αποτελεί ο τρύγος. Μέχρι το μέσο του δέκατου ένατου αιώνα φαίνεται πως όσο κι αν το κρασί ήταν το βασικό εξαγώγιμο προϊόν, οι εξαγωγές περιορίζονταν στη γύρω περιοχή, δηλαδή κατά βάση στα μικρασιατικά παράλια. Η παραγωγή ήταν οργανωμένη στη βάση μιας οικογένειας. Η οικογένεια διατηρούσε κτήματα και είχε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για  την παραγωγή του κρασιού. Η παραγωγή ήταν περιορισμένη, το ίδιο και οι εγκαταστάσεις, δηλαδή ένα πατητήρι και μερικά βαρέλια σ' ένα καλύβι όσο γινόταν πιο κοντά στα χωράφια. Αν μια οικογένεια δεν είχε πατητήρι, μπορούσε να δανειστεί για λίγο του γείτονα κι ακόμη πιο αποδοτικό ήταν αν συνεργάζονταν μερικές συγγενικές οικογένειες.

Περί το 1850 έγινε μια σημαντική μεταβολή. Με την άνοδο της αστικής τάξης και την άνθηση του εμπορίου βρέθηκαν για το κρασί νέοι καταναλωτές, ψηλότερες τιμές και γενικότερα νέες ευκαιρίες (βλ. άρθρο του Μάριου Κεντούρη με τίτλο "οι Οίνοι της Σάμου" στο βιβλίο "Σάμος η κυρά των αμπελιών", 2000). 

Η εξαγωγή δε μπορούσε παρά να γίνει δια θαλάσσης, μιας και το πλοίο παρά τους κινδύνους αποτελούσε μακράν το αποδοτικότερο μέσο μεταφοράς. Ο Adam Smith στο ίδιο ως άνω σύγγραμμα συγκρίνει με αριθμητικά παραδείγματα τις θαλάσσιες μεταφορές με τις χερσαίες στην εποχή του και βρίσκει τις πρώτες πολύ πιο αποδοτικές. Στη συνέχεια εξηγεί ότι είναι επομένως φυσικό οι τόποι όπου ανθεί η βιομηχανική παραγωγή να είναι παράλιοι, διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να διατεθεί το προϊόν.

Ακόμη και οι μεταφορές εσωτερικά στο νησί ήταν πιο εύκολο να γίνουν οδηγώντας το φορτίο στο πιο κοντινό παραθαλάσσιο σημείο, όπου μπορούσε να φορτωθεί σε πλοίο. Το σημείο αυτό δεν ήταν αναγκαστικά λιμάνι. Φορτοεκφορτώσεις βαρελιών μπορούσαν για παράδειγμα να γίνονται ρίχνοντάς τα στη θάλασσα, απ' όπου ένα περαστικό σκάφος τα "ψάρευε". Το οδικό δίκτυο ήταν σε κάθε περίπτωση υποτυπώδες και το αποτελούσαν κατά βάση δρόμοι που έφευγαν από τα ορεινά χωριά κι έφταναν ως τη θάλασσα. Η κατάσταση αυτή άλλαξε μόνο μετά τη δεκαετία του 1920, οπότε άρχισαν τα μεγάλα οδικά έργα.

Αυτό σημαίνει ότι βαθμιαία η αποθήκευση του μούστου, η μετατροπή του σε κρασί και η περαιτέρω αποθήκευση του κρασιού μεταφέρεται στα παράλια στο βαθμό που αυτά γίνονται ασφαλή από την πειρατεία και τη ληστεία.

Οι παραθαλάσσιες "ταβέρνες" (αποθήκες) που διευκολύνουν την αποθήκευση και μεταφορά του κρασιού γίνονται οικιστικοί πυρήνες. Οι (συχνά οικογενειακοί) οικισμοί που είχαν αρχικά αποσπαστεί απ' τους Βουρλιώτες για να απλωθούν κοντά στα κτήματα και ήταν γνωστοί ως Έξι Γειτονιές "κατρακυλούν" σιγά σιγά προς τη θάλασσα.  Σύντομα ο παράλιος Άγιος Κωνσταντίνος (επίσημα γνωστός ως "Όρμος Αγίου Κωνσταντίνου") γίνεται η έδρα του κοινοτάρχη τους. Σιγά σιγά αποδεκατίζονται και τελικά εξαφανίζονται οι περισσότεροι από τους μεσόγειους οικισμούς, όπως οι Μαργαρίτες και οι Βαλιοντάτες, που στο απόγειό τους είχαν φτάσει σε μη ευκαταφρόνητους πληθυσμούς.

Το συνολικό πρόβλημα της μεταφοράς του κρασιού συνοψίζεται τελικά στο πώς από τα γεωγραφικά διάσπαρτα αμπέλια, όπου δημιουργούνται τα σταφύλια, θα φτάσει το κρασί στις αγορές. Ανάμεσα στα δύο άκρα μεσολαβούν χοντρικά δύο μετατροπές στη μορφή του προϊόντος, από σταφύλι σε μούστο (στα πατητήρια) και από μούστο σε κρασί (μέσα σε βαρέλια). Κατά συνέπεια οι μεταφορές μπορούν να στηθούν πάνω σε οποιαδήποτε από τις τρεις μορφές (σταφύλι, μούστο, κρασί) είναι πιο πρόσφορη. Ένας πρόσθετος παράγοντας που επηρεάζει το συνολικό πρόβλημα είναι το ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι "παίκτες" (γεωργοί, παραγωγοί κρασιού, ενδιάμεσοι, τελικοί πωλητές).

Σε μια οικονομία όπου ο γεωργός έχει στη διάθεσή του αρκετή έκταση και παράγει το δικό του κρασί, το οποίο πουλάει στη συνέχεια, οι μεταφορές ως την παρασκευή κρασιού μπορούν να είναι τοπικές. Τα σταφύλια πάνε ως το κοντινό πατητήρι ή το πιεστήριο, που μπορεί και να είναι μέσα στο κτήμα, ύστερα ο μούστος αποθηκεύεται σε βαρέλια και μετατρέπεται σε κρασί. Το τελικό προϊόν συνεπώς μεταφέρεται στις αγορές μέσα σε βαρέλια, μπουκάλια ή άλλα δοχεία. Όταν όμως μεσολαβεί ένας κρασοπαραγωγός-κρασέμπορος που αγοράζει σε ποσότητες σταφύλια ή μούστο, αυτές οι ποσότητες πρέπει να φτάσουν στις εγκαταστάσεις του είτε ως σταφύλια είτε ως μούστος.

Μια "τεχνολογία μεταφορών" που βασιζόταν σε δερμάτινους σάκκους, υποζύγια και λιθόστρωτα μονοπάτια έκανε  πιο συμφέρουσα την επιλογή να μεταφέρεται o μούστος αντί για τα σταφύλια. Οι έμπειροι παραγωγοί παλιότερων εποχών υπολογίζουν ότι ένα φορτωμένο υποζύγιο μπορούσε να μεταφέρει με τριπλάσια απόδοση το μούστο αντί για τα σταφύλια. Με άλλα λόγια τα σταφύλια που παράγουν την ίδια ποσότητα μούστου θα χρειάζονταν τρία δρομολόγια αντί ενός. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ο μούστος μπορεί και πρέπει να παράγεται σε πατητήρια κοντινά στα αμπέλια. Την εποχή του τρύγου  μια ατέλειωτη σειρά υποζυγίων  μετέφερε το μούστο ως τα βαρέλια και τις αποθήκες των κρασεμπόρων. Η κατάσταση αυτή ελάχιστα άλλαξε με τη δημιουργία του συνεταιρισμού, που αντικατέστησε τους κρασεμπόρους. 

Το μόνο μειονέκτημα αυτής της μεθόδου μεταφοράς είναι ότι ο μούστος είναι φορτίο ευαίσθητο. Αν το υποζύγιο παραπατήσει και το ασκί πέσει είναι πολύ πιθανό να σπάσει και το φορτίο να χαθεί. Οι καλοσυντηρημένοι "ντουσεμέδες", δηλαδή οι λιθόστρωτοι στενοί δρόμοι, ήταν ζωτικής σημασίας για τη μεταφορά και επιδιορθώνονταν σχολαστικά κάθε χρονιά λίγο πριν τον τρύγο. 

Κρασοβάρελα στην παραλία Αγίου (αρχείο Μαρίας Χατζηανδρέου).

Στα βαρέλια γινόταν η ζύμωση και η μετατροπή σε κρασί. Ο χρόνος που απαιτείται για τη μετατροπή του μούστου από μοσχάτο σταφύλι σε λευκό κρασί σε βαρέλια μπορεί να διαρκέσει από 5 έως 14 ημέρες για πρωτογενή ζύμωση και ενδεχομένως άλλες 5-10 μέρες για δευτερογενή ζύμωση. Λίγο πριν την ίδρυση του συνεταιρισμού συνηθιζόταν το λεγόμενο "κοφτό" κρασί. Η ζύμωση κρατούσε μόνο τρεις μέρες, μετά τις οποίες γινόταν ανάμιξη με καθαρό οινόπνευμα, το οποίο και σταματούσε την περαιτέρω ζύμωση.

Σε κάθε περίπτωση εκατοντάδες βαρέλια έπεφταν από καΐκια και καράβια στη θάλασσα, ανασύρονταν και παρατάσσονταν στην παραλία, γέμιζαν, και ξαναρίχνονταν στη θάλασσα για να γίνει η μεταφορά στις αποθήκες των κρασεμπόρων στο Μαλαγάρι κι αλλού.

Με την άνοδο της παραγωγής αναπτύχθηκε μια τάξη μεσαζόντων, που βαθμιαία πήρε  το πάνω χέρι στην οικονομία του κρασιού. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο παραγωγός ερχόταν σε απ' ευθείας διαπραγμάτευση με τον μεσάζοντα,  ο οποίος ήταν και ιδιοκτήτης των βαρελιών.  Ο μεσάζων ασκούσε πίεση στον παραγωγό με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα την ώρα της βασικής συναλλαγής ανάμεσά τους, δηλαδή της αγοράς του μούστου, μπορούσε να χρησιμοποιεί το εξής τέχνασμα: Για τη σοδειά γινόταν ένα προσύμφωνο ανάμεσά τους, αλλά για την τελική τιμή η διαπραγμάτευση γινόταν την τελευταία στιγμή, όταν τα σταφύλια ήταν έτοιμα για συγκομιδή και η περαιτέρω παραμονή τους στα κλήματα θα ήταν επιζήμια, Το μέσο πίεσης του κρασέμπορου βασιζόταν στο γεγονός ότι το σταφύλι είναι κατάλληλο για να κοπεί σε μια περίοδο λίγων ημεριών, ενώ μετά χαλάει πολύ γρήγορα. Ο έμπορος σίγουρος ότι ο παραγωγός δε μπορεί να βρει άλλον να πουλήσει σε μικρό διάστημα μπορούσε να πει  "ή μου τα δίνεις τόσο σήμερα ή αύριο είναι χαλασμένα και τα πετάς".

Η ταβέρνα του Αριστείδη Φώλα στον Κάμπο.

Μια άλλη τεχνική διαπραγμάτευσης που χρησιμοποιούσαν οι χοντρέμποροι είχε να κάνει με το χώρο αποθήκευσης και τις τιμές πώλησης. Ο κρασέμπορος υποσχόταν να φυλάξει το μούστο μέσα στους δικούς του χώρους, στα δικά του βαρέλια στις δικές του αποθήκες, και να δώσει τιμή ανάλογη με την τιμή πώλησης που θα μπορούσε να επιτύχει στο μέλλον. Φυσικά ήταν δύσκολο να ελεγχθούν αυτές οι τιμές. Τέτοιες πρακτικές αύξαναν τη δυσαρέσκεια των παραγωγών προς τους κρασεμπόρους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, και επειδή οι μεταφορές ήταν κατά βάση θαλάσσιες, οι συστηματικοί έμποροι έχτιζαν σε παραλιακά μέρη "ταβέρνες", δηλαδή αποθήκες όπου στέγαζαν τα βαρέλια τους. Στο μεταξύ ο έμπορος κρατούσε "δεμένο" τον παραγωγό με αλλεπάλληλες συναλλαγές όλο το χρόνο και παροχή πίστωσης. Μπορούσε π.χ. να διατηρεί συγχρόνως μπακάλικο και να "γράφει" (στο τεφτέρι) χρέη για τα προϊόντα που πουλούσε στον παραγωγό με την προοπτική να ξεπληρωθεί μια και καλή με τη σοδειά. Επίσης μπορούσε να παριστάνει τον κομματάρχη στο βαθμό που γενικότερα είχε εξαρτημένο τον παραγωγό και μπορούσε να του υπαγορεύει ποιο κόμμα θα ψηφίσει στις παντός είδους εκλογές.

Παραλαβή μούστου στον Άγιο
Το 1926  ιδρύονται γεωργικοί συνεταιρισμοί με σκοπό την εξυπηρέτηση κυρίως της αμπελουργίας. Στις 21/8/1926 στην εφημερίδα Αιγαίον αναφέρεται πως ιδρύθηκε Ένωση Γεωργικών συνεταιρισμών των κοινοτήτων Αγίου Κωνσταντίνου, Βουρλιωτών, Νενέδων, Καρλοβασίων, και Πύργου.  Στη φωτογραφία φαίνεται η παραλαβή μούστου στην παραλία του Αγίου Κωνσταντίνου προπολεμικά, πιθανότατα για λογαριασμό της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών. Διακρίνονται και δύο αραιόμετρα Μπωμέ, γνωστά και ως μουστόμετρα.

Τις επόμενες μέρες αναγγέλλεται η ίδρυση Οινοποιητικού Συνεταιρισμού της Ενώσεως των Γεωργικών Συνεταιρισμών Σάμου και ως λόγος της ίδρυσης φέρεται η αποτυχία της συνεργασίας με τους εμπόρους. Η ίδρυση συνεταιρισμών δεν αποσκοπεί μόνο στην υπό ευνοϊκότερους όρους πώληση προϊόντων, αλλά και στην αγορά όσων χρειάζονται οι γεωργοί στη διάρκεια της χρονιάς μέσω των συνεταιρισμών, πιθανώς με δανειοδότηση από τη Γεωργική Τράπεζα. Πίσω από την ευρύτερη κίνηση φαίνεται πως είναι ο διευθυντής της Τράπεζας Σάμου Στυλιανός Μανταφούνης. Ο τελευταίος ήταν μια αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία εκείνης της εποχής, μεγιστάνας με δραστηριότητες σε πολλούς τομείς, στην τραπεζική, στη ναυτιλία, σε εργολαβίες, ενώ κατάφερε να εκλεγεί και βουλευτής. Το 1930 οδηγήθηκε σε συνολική χρεωκοπία.

Είναι επομένως ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο έγιναν αυτοί οι συνεταιρισμοί. Από τη μια πλευρά εμφανίζονται ως φιλολαϊκό μέτρο, εφόσον βελτιώνουν τη θέση του παραγωγού και καταργούν τους ενδιάμεσους. Είναι γεγονός ότι είχαν προηγηθεί συνελεύσεις των παραγωγών, όπου με έντονες συζητήσεις είχε διατυπωθεί το αίτημα της κατάργησης των μεσαζόντων. Από την άλλη πλευρά όμως υπήρξε και ο δάκτυλος της τοπικής αστικής τάξης που μέσω του τραπεζικού τομέα προσπαθεί να εκτοπίσει τους κρασέμπορους σε όλες τους τις δραστηριότητες. Αν οι παραγωγοί είχαν την ανάγκη τους όλη τη χρονιά για να αγοράζουν μέσα για τη διαβίωσή τους και τις καλλιέργειές τους, τώρα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο από τον συνεταιρισμό, που έπαιρνε δάνεια από την τράπεζα μέχρι να εισπράξει έσοδα από το κρασί.

Εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι οι συνεταιρισμοί με το ξεκίνημά τους είχαν μια αρχική επιτυχία, δεδομένου ότι τον Αύγουστο του 1926  έγινε πώληση μούστου  με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό στην περιφέρεια Αγ. Κωνσταντίνου και Βουρλιωτών (υπάρχει σχετικό δημοσίευμα στις 31/8/1926  στην εφηερίδα Αιγαίον). Επετεύχθη η βελτιωμένη τιμή των 462 δρχ. ανά φόρτωμα, ενώ η τρέχουσα τιμή κυμαινόταν στις 415-420 δρχ. , αλλά τέτοιες επιτυχίες ήταν προσωρινές και δεν άργησαν να φανούν οι παιδικές ασθένειες ενός νέου θεσμού.

Το καλοκαίρι του 1930 η ένωση προκειμένου να βρει κάποια διέξοδο έρχεται σε συνεννόηση με τον Σύνδεσμο Οινοπωλών Αθηνών και στον Άγιο Κωνσταντίνο οι παραγωγοί της περιοχής αποφασίζουν να πουλήσουν 7000 εκατόλιτρα. 

Το 1934 ιδρύεται η Ένωση Οινοποιητικών Συνεταιρισμών Σάμου (ΕΟΣΣ). Στις 8 Ιουνίου γίνεται η πρώτη συνέλευση. Λίγες μέρες αργότερα οι ανησυχούντες χοντρέμποροι κάνουν το δικό τους οργανισμό με την επωνυμία Ένωσις Εξαγωγέων Οινεμπόρων Σάμου Α.Ε. Οι οινέμποροι στην δική τους ένωση δεν χάνουν την αυτοτέλεια και το δικαίωμα παραγωγής κρασιού με την επωνυμία ενός εκάστου.

Έτσι για κάποιο διάστημα συνυπάρχει η μια ένωση με την άλλη, μάλιστα αναγκαστικά εφόσον η ΕΟΣΣ δεν διαθέτει αποθηκευτικούς χώρους ικανούς να χωρέσουν την παραγωγή των μελών της. Για το σκοπό αυτό συνάπτει σύμβαση με την Ένωση Εξαγωγέων, σύμφωνα με την οποία η τελευταία είναι υποχρεωμένη να αγοράζει το πλεόνασμα. Περιττό να πούμε ότι μια τέτοια συμφωνία δε μπορούσε να τηρηθεί κατά γράμμα, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να υποχρεωθούν οι έμποροι να αγοράσουν ποσότητες και ποιότητες που δεν τους ήταν βολικές. Εννοείται ότι η ΕΟΣΣ προσπάθησε αμέσως να μεγαλώσει τις αποθήκες της, δημιουργώντας νέες δεξαμενές στο Καρλόβασι, ώστε να συμπληρώσουν αυτές που είχαν δημιουργηθεί στο Βαθύ και να δώσουν την ευκαιρία να μειωθούν οι αποστάσεις μεταφοράς για την δυτική πλευρά του νησιού.  Η σημασία  των δεξαμενών για την οικονομία του νησιού φαίνεται από το γεγονός ότι προστατεύτηκαν αποτελεσματικά με αντιαεροπορικά στην περίοδο των ιταλικών βομβαρδισμών του 1940.

Απόδειξη παραλαβής κρασιού
Μετά από τρία χρόνια έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των δύο πλευρών το καλοκαίρι του 1937 η Ένωση Εξαγωγέων διαλύεται εν όψει της θεσμοθέτησης αποκλειστικής εκμετάλλευσης του κρασιού από την ΕΟΣΣ. Πράγματι, με τον Αναγκαστικό Νόμο υπ' αριθμ. 859 (της δικτατορίας Μεταξά) της 3ης Σεπτεμβρίου 1937 "περί μέτρων αφορώντων την οινοπαραγωγήν Σάμου" εκτός των ρυθμίσεων αποκλειστικότητας των δικαιωμάτων της ΕΟΣΣ προβλέπονται και τα εξής:  (α) Σαμιακοί οίνοι μόνο από Σαμιακούς Λιμένες επιτρέπεται να φορτώνονται για το εξωτερικό. (β) Η εισαγωγή στη Σάμο γλεύκους, γλυκών οίνων ή σταφίδας για οινοποίηση από άλλα μέρη της Ελλάδας απαγορεύεται. (γ) Επίσης απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της λέξης "Σάμος" ή παραγώγου αυτής για προσδιορισμό οιουδήποτε τύπου κρασιών εκτός των γνησίων Σαμιακών. Με τον ίδιο Νόμο απαγορεύεται η σύσταση νέων φυτειών αμπέλου στη Σάμο. (Το κείμενο του νόμου διατίθεται από το Εθνικό Τυπογραφείο και ηλεκτρονικά.) Ο νόμος αυτός σήμερα έχει πάψει να ισχύει.

Στη φωτογραφία  φαίνεται μια απόδειξη παραλαβής κρασιού (γλυκού, ξηρού και ρετσίνας) εκδοθείσα το Μάρτη του 1942, δηλαδή επί ιταλικής κατοχής.

Καλό είναι βέβαια να σημειωθεί ότι το κρασί δεν ήταν το μόνο οινοπνευματώδες που παραγόταν στην περιοχή. Πολύ δημοφιλής ήταν η παρασκευή σούμας. Η φορολόγησή της γινόταν στην παραγωγή: Σύμφωνα με το νόμο 971 του 1917 "περί φορολογίας του οινοπνεύματος" το καζάνι έμενε σφραγισμένο όλο το χρόνο και αποσφραγιζόταν για μερικές μόνο μέρες από υπάλληλο του κράτους. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία.




Comments

Popular posts from this blog

Το ταξί του Αγίου

Γάμοι

Η γιαγιά Φωτεινή