Ο καπετάνιος


Στην κατηφόρα που καταλήγει ανάμεσα στα δυο μπαρ της παραλίας του Αγίου μια σειρά από σπίτια είναι τώρα κλειστά. Κλειστός είναι κι ο παλιός φούρνος της Ζαφειρώς. Παλιά, τη δεκαετία του 1960, όλα ήταν ανοιχτά. Κατεβαίνοντας προς τη θάλασσα στο πεζοδρόμιο, στο πρώτο απ' αυτά, δίπλα στην "εθνική οδό Βαθέος - Καρλοβάσου", καθόταν ένας δύστροπος παππούς. Έμενε στο ισόγειο από την πλευρά της κατηφόρας ή ημιυπόγειο από την πλευρά της εθνικής οδού. Ήταν εκεί σχεδόν όλες τις ώρες της μέρας. Κρατούσε μια μυγοσκοτώστρα, με την οποία απειλούσε έντομα και ανθρώπους. Ήταν αποστεωμένος από το χρόνο, με ελάχιστες τρίχες στο κεφάλι του. Ήξερε ότι ήμουν εγγονός της αδερφής του και ότι έκανα παρέα με τον δικό του εγγονό, που τα καλοκαίρια έμενε στον από πάνω όροφο. Όταν περνούσαμε το πρωί για να πάμε στο μπάνιο, ξυπόλητοι, φορτωμένοι με μάσκες και βατραχοπέδιλα, έλεγε σχεδόν πάντα "βρε εγώ στην ηλικία σας δούλευα" και μας στόλιζε. Η ηλικία μας ήταν κάτω από τα δέκα. Αυτός ήταν ο μπάρμπα Κώστας, ένας από τους πολλούς αδερφούς της γιαγιάς μου από τον πατέρα μου, αλλά γνώρισα μόνο αυτόν και τον Ευάγγελο τον γυμνασιάρχη.

Ο Κώστας Τροβάς

Πιο μέσα στο σπίτι του ανάμεσα σε άλλα κάδρα κρεμόταν ζωγραφιές από καΐκια. Δυο απ' αυτά ήταν δικά του, το Ευαγγελίστρια και το Μεταμόρφωσις. Ο μπάρμπα Κώστας καταγόταν από ναυτική οικογένεια. Ο παππούς του ο Δημητρός Τροβάς (1816-1888) ζούσε ως το 1845 στο Τσανάκκαλε, όπου διατηρούσε ταρσανά. Λέγεται ότι ορισμένα από τα καΐκια που ναυπηγούσε τα κρατούσε ο ίδιος και τα καπετάνευαν οι γιοι του. Όταν έγινε ένα έγκλημα στον ταρσανά του φοβήθηκε και πέρασε στη Σάμο. Έστησε μικρότερο ταρσανά στον παράλιο Άγιο Κωνσταντίνο και συνέχισε το επάγγελμά του. Ας σημειωθεί ότι Truva είναι η Τροία, δίπλα στο Τσανάκκαλε.

Ο Ιπποκράτης Τροβάς (1850-1916), γιος του Δημητρού, χρημάτισε καπετάνιος στο καΐκι Αγία Τριάς του Αριστείδη Φώλα, μεγαλέμπορου της περιοχής. Ταξίδευε το καλοκαίρι στη Μαύρη Θάλασσα και το χειμώνα στην Αλεξάνδρεια. Στον πηγαιμό φόρτωνε κρασί και στο γυρισμό απ' την Αίγυπτο οικιακό εξοπλισμό και ρούχα. Το εμπόρευμα πουλιόταν κατόπιν απ' το μαγαζί του πλοιοκτήτη. Είναι επίσης γνωστό πως είχε με το καΐκι του φέρει από τη Μικρά Ασία το τέμπλο της Αγίας Τριάδας Βαλεοντάδων. Με τη γυναίκα του την Γραμματική Μαραθοκαμπίτου (1862-1906) απέκτησε εννιά παιδιά, εκ των οποίων το τέταρτο ήταν ο Κωνσταντίνος Τροβάς, γεννημένος το 1885. 

Ο Κώστας νέος ήταν στο πλήρωμα του Καρπάθια, ενός από τα πλοία που έκανε τη γραμμή της Αμερικής και ανταποκρίθηκε στο SOS του Τιτανικού (ενώ το ίδιο "έζησε" μόνο για 15 χρόνια, από το 1903 ως το 1918, οπότε βυθίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο). Λέγεται ότι ο Κώστας πήρε μέρος στη διάσωση των ναυαγών του Τιτανικού (1912). 

Τέσσερα τουλάχιστον από τα αδέρφια του πήγαν στην Αμερική τις πρώτες δυο δεκαετίες του 20ου αιώνα. Προορισμός τους ήταν συνήθως το Peabody, Massachusetts, ίσως γιατί εκεί υπήρχαν εργοστάσια επεξεργασίας δέρματος, παρόμοια μ' αυτά στο Καρλόβασι της Σάμου. Πρωτοπόρος ως φαίνεται ήταν ο Ξενοφών (γενν. το 1887), που πρώτη φορά έφτασε στις 6 Οκτ. 1909  με το Oceania. Ακολούθησε ο Σοφοκλής που έφτασε στις 1/6/1910 με το Alice. Ακολούθησε ο Σταμάτης που έφτασε στις 29/7/1912 με το Αθήναι.  Το 1915, στις 9/3, ο Ξενοφών φτάνει και πάλι στη Νέα Υόρκη, αυτή τη φορά με το Carpathia. Στις 5/10 του ίδιου έτους ξανάρχεται στην Αμερική κι ο Σοφοκλής με το Βασιλεύς Κωνσταντίνος. Τέλος ο Γιαννακός Τροβάς φτάνει στις 20/6/1916 με το ιταλικό Dante Alighieri μέσω Νάπολης. Είναι όλα καταγραμμένα στο αρχείο του Ellis Island.

Ο Κώστας Τροβάς δεν δοκίμασε την τύχη του στην Εσπερία, έμεινε στη θάλασσα, κι έκανε οικογένεια στον Άγιο με την Μαρουδιώ Λυμπέρη. Σε πιο μεγάλη ηλικία έγινε ιδιοκτήτης και καπετάνιος καϊκιών. Με το Μεταμόρφωσις μετέφερε εμπορεύματα στο Αιγαίο, τα οποία ο ίδιος αγόραζε και πωλούσε. 

Το ένα από τα δυο καΐκια ,,,
Μια εικόνα των ταξιδιών του μπορεί να μας δώσει το Βιβλίον Αποθήκης Ιστιοφ. "Μεταμόρφωσις". Ήταν κάτι σαν τα σημερινά βιβλία εσόδων εξόδων. Καταγράφονταν όλες οι αγορές προϊόντων με είδος, ποσότητα και αντίτιμο και στη συνέχεια οι αντίστοιχες πωλήσεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι το κέρδος είναι σταθερά κάτω από το 20%. Εννοείται ότι σήμερα είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι εγγραφές είναι ακριβείς.

Ακολουθώντας αυτές τις εγγραφές μπορεί κανείς να σχηματίσει μια ιδέα για τα ταξίδια, τα προϊόντα της εποχής και τις συναλλαγές.

Τον Απρίλη του 1933 ο Κώστας Τροβάς αγόρασε λάδι απ' τον Άγιο Κωνσταντίνο και στη συνέχεια μοσχάτο κρασί Σάμου και "είδη αγγειοπλαστικής" (πιθανώς στάμνες Μαυρατζαίων).

Στη συνέχεια πήγε στο Σίγρι της Μυτιλήνης, όπου πούλησε μέρος απ' τα είδη αγγειοπλαστικής και μέρος του κρασιού. Τα υπόλοιπα, μαζί με το λάδι, τα πούλησε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου στη Θεσσαλονίκη. Τέλος Μαΐου φόρτωσε τυρί απ' την Κυρά Παναγιά (Αλονήσου) και στις 3 Ιουνίου μαλλί απ' το Μούδρο της Λήμνου, όπου πούλησε τα υπόλοιπα είδη αγγειοπλαστικής. Το τυρί το πούλησε στη συνέχεια (11/6) στο Βαθύ, μαζί με μέρος απ' το μαλλί, ενώ το υπόλοιπο μαλλί πουλήθηκε στους Βουρλιώτες.

Ανάμεσα στα φορτία του των επομένων ταξιδιών περιλαμβάνονται μαλλί και κουκιά Αγίου Ευστρατίου, σιτάρι και κριθάρι Λήμνου, δεμάτια άχυρο απ' την Αγχίαλο, καλαμπόκι Βόλου, αραβόσιτος, φασόλια και πατάτες Αλεξανδρουπόλεως, σκούπες επίσης απ' την Αλεξανδρούπολη, "οκτάπους ξηρός" (αφού ψυγεία δεν υπήρχαν), ρεβύθια, φάβα και σουσάμι Λήμνου, μέλι και κερί Θάσου, λουκούμια Σύρου, τσουκάλια Σίφνου, σαρδέλες Χίου. Είδη προέλευσης εξωτερικού αγόραζε από τα μεγάλα λιμάνια: Απ' τον Πειραιά αγόραζε ρύζι γλασέ Αιγύπτου, ζάχαρη Τσεχοσλοβακίας, καφέ προερχόμενο από το Ρίο της Βραζιλίας και γαλλικό μπακαλιάρο.  Από τη  Θεσσαλονίκη καλαμπόκι Ρουμανίας.

Ένα καλό κέρδος (έτσι όπως τουλάχιστον εμφανίζεται στο βιβλίο) ήταν μεταξύ 10 και 20%, αλλά δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που ήταν περιορισμένο σε λίγες εκατοστιαίες μονάδες. Στα έξοδα περιλαμβάνονταν (εκτός απ' το αντίτιμο της αγοράς του προϊόντος) έξοδα για φόρτωση και εκφόρτωση, έξοδα εκτελωνισμού και φόροι επί των κερδών. Σε ορισμένες περιπτώσεις που το εμπόρευμα δεν ήταν διαθέσιμο κοντά σε λιμάνι υπήρχαν και έξοδα για χερσαία μεταφορά.

Στην επόμενη φωτογραφία φαίνεται η πρώτη σελίδα από το εν λόγω βιβλίο (από το αρχείο Δ. Ζ. Παπαγεωργίου). Φαίνεται η αγοραπωλησία λαδιού Αγίου Κωνσταντίνου με κέρδος περίπου 20%.

Το Ευαγγελίστρια ταξίδευε πριν και κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Από ένα σημείο και μετά ο Κώστας το ανέθεσε στα παιδιά του Ανδρέα και Ιπποκράτη. Οι καιροί όμως ήταν δύσκολοι. Τον Μάρτιο του 1943 (μέσα στην γερμανική κατοχή) έφυγε από το Βαθύ Σάμου δήθεν για το Καρλόβασι, αλλά πήγε στο Κουσάντασι της Τουρκίας, όπου το ελληνικό προξενείο Σμύρνης έδωσε τρόφιμα και καύσιμα για να πάει στην Κύπρο. Στην Αμμόχωστο το ελληνικό προξενείο έδωσε εντολή να παραδοθεί το σκάφος στους Άγγλους στην Βυρητό.  Κατέληξε σε έναν αγγλικό στολίσκο καϊκιών που κρυβόταν στα παράλια της Μ. Ασίας και έκανε αποστολές στην ανατολική Μεσόγειο.



Comments

Popular posts from this blog

Το ταξί του Αγίου

Γάμοι

Η γιαγιά Φωτεινή