Βαφτιστικά ονόματα, γεννήσεις και παιδική θνησιμότητα
Διατρέχοντας παλιά έγγραφα, από το 19ο αιώνα ως τις αρχές του 20ού μπορεί κανείς να δει ποια ήταν τα βαφτιστικά ονόματα της εποχής. Πολλά είναι και σήμερα γνωστά και συνηθισμένα, μερικά εμφανίζονται σε παραλλαγές σήμερα ξεχασμένες, ενώ υπάρχουν και ορισμένα άγνωστα σήμερα κι ασυνήθιστα.
Ένα χαρακτηριστικό δείγμα δίνει το βιβλίο των ληξιαρχικών πράξεων του 1881 στις Έξι Γειτονιές (δηλαδή στον Άγιο και στα γύρω χωριά). Εκείνη τη χρονιά δόθηκαν τα εξής ονόματα: Αγγελικώ, Αγγελίνα, Αδάμ, Αθανασία, Αθανάσιος, Αικατερίνα, Ανασούλα, Ανδρέας, Αργυρούλα, Αρετούλα, Βασιλικώ, Γεώργιος, Γραμματική, Δημήτριος, Ειρήνη, Ελένη, Ηλίας, Θεόκλητος, Ιωάννης, Κλεάνθης, Κλιμεντίνη, Κυριάκος, Κωνσταντίνος, Μανουήλ, Μαρία, Μαριγώ, Μαρούδα, Μαρουδιώ, Μελπομένη, Μορφούλα, Νικόλαος, Παναγιώτης, Παναγιωτίτσα, Πηνελόπη, Πραξιτέλης, Σοφία, Σοφοκλής, Σταμούλος, Σταύρος, Σταυρούλα, Στέφανος, Τριανταφυλλιά, Τριανταφυλλιώ και Χρυσόστομος.
Το όνομα Σταμούλος δεν ξέρω να χρησιμοποιείται σήμερα, ούτε το όνομα Ανασούλα. Ονόματα όπως Μορφούλα, Αγγελικώ, Αγγελίνα και Μαρουδιώ φαντάζουν απλώς παλιομοδίτικα, χωρίς να είναι άγνωστα.
Ένα όνομα γενικότερα δημοφιλές εκείνη την εποχή είναι η Κυραννιώ ή Κυράννα, ίσως επειδή δίνει μια μεγαλοπρέπεια. Μια άλλη παραλλαγή της Άννας είναι η Αννέζα. Άλλα σπάνια ως άγνωστα ονόματα γυναικών είναι και τα Αρχοντού, Ευπραξία, Λουλούδα, Νυμφοδώρα και Θεοπνεύστη. Λιγότερο σπάνια είναι τα Αδαμαντίνη, Ευδοξία, Ευδοκία, Ηρακλεία, Βικτώρια, Κική, Μαριάνθη, Πηνελόπη, Ουρανία, Γραμματική, Μελαχρινή, Σταματία, Σταμάτα, Χρυσούλα και Χαρίκλεια. Πιο συνηθισμένα σήμερα είναι ονόματα όπως Μαρία, Ελένη, Δέσποινα, Ευφροσύνη, Ξένη, Πολυξένη και Σοφία.
Φυσικά ορισμένα διαχρονικά δημοφιλή ονόματα εμφανίζονται και τότε με μεγάλη συχνότητα, όπως Νικόλαος, Ιωάννης, Κωνσταντίνος, Μαρία. Η κλασσική παιδεία είχε επίσης ασκήσει επίδραση κι έτσι εμφανίζονται κάμποσα αρχαιοελληνικά ονόματα. Περιέργως πως σπάνιο είναι το σαμιακού ενδιαφέροντος όνομα Πυθαγόρας, που έγινε δημοφιλές κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα, αλλά απουσιάζει εντυπωσιακά π.χ. απ' τον εκλογικό κατάλογο του 1914. Απουσιάζει και το επίσης σαμιακού ενδιαφέροντος όνομα Λυκούργος.
Σήμερα μια γυναίκα μπορεί να αποκαλείται από συγγενείς και φίλους με διάφορες "χαϊδευτικές" παραλλαγές και ανάλογα με τη μόδα της εποχής, όπως Μαίρη, Μαρί, Μαριώ, Μάρω, Μαρουδιώ, Μαρίτσα ή Μαριγώ, αλλά κατά κανόνα στην αστυνομική της ταυτότητα εμφανίζεται ως Μαρία, όπως επίσης στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της και στο αντίστοιχο πιστοποιητικό. Στις παλιές όμως ληξιαρχικές πράξεις εμφανίζονται εκδοχές όπως Μαρουδιώ, Μαρίτσα ή Μαριγώ και όχι το τυποποιημένο "Μαρία". Αντίστοιχα βλέπουμε την Καλλιώ χωριστά από την Καλλιόπη, την Αγγελικώ χωριστά από την Αγγελική και την Αννέζα χωριστά από την Άννα. Με το δεδομένο ότι επρόκειτο για νεογέννητα, ήταν εντελώς φυσικό να υπάρχει μια ισχυρή τάση προς τα υποκοριστικά, όπως Σοφούλα, Αρετούλα, Αργυρούλα, Σταυρίτσα, Μορφούλα, Γιασιμάκη (με ήτα, παρ' όλο που είναι εκ πρώτης όψεως ουδέτερο). Κατά πόσο η Σοφούλα έγινε Σοφία όταν εμφανίσθηκε σε επίσημα έγγραφα όταν μεγάλωσε είναι δύσκολο να το μάθουμε. Η τάση για χρήση υποκοριστικών στη ληξιαρχική πράξη εμφανίζεται μόνο στα κορίτσια, δηλαδή δεν υπάρχουν καταγραφές ονομάτων όπως Γιωργάκης, Κωστάκης, Θανασάκης. Είναι πάντως σαφές ότι το εκάστοτε κράτος τότε δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ταυτοποίηση ενός ατόμου γράφοντας το όνομά του με μοναδικό τρόπο. Παρόμοια χαλαρότητα εμφανίζεται και στην καταγραφή των επωνύμων.
Η βάφτιση ακολουθούσε με διαφορά λίγων ημερών τη γέννηση, εξ αιτίας της μεγάλης παιδικής θνησιμότητας, προκειμένου το παιδί να μη πεθάνει αβάφτιστο (και μείνει επιβαρυμένο με το προπατορικό αμάρτημα). Γι' αυτό στο ληξιαρχικό βιβλίο η εγγραφή γέννησης και βάφτισης ήταν ενιαία αν ήταν χειρόγραφη. Εξ άλλου η εγγραφή μιας γέννησης δεν γινόταν υποχρεωτικά την ίδια μέρα, αλλά όταν εμφανιζόταν π.χ. ο παπάς στον ληξίαρχο. Αργότερα, που χρησιμοποιούσαν τυπωμένα βιβλία (δηλ. τυπωμένες φόρμες όπου συμπληρωνόταν χειρόγραφα μόνο τα ονόματα και οι ημερομηνίες), υπήρχε πρόβλεψη για την καταχώρηση της βάφτισης σε μια στενή στήλη δίπλα στη γέννηση.
Βεβαίως όσο βελτιώνονται οι συνθήκες υγείας μεγαλώνει η απόσταση γέννησης-βάφτισης. Το 1881 ήταν από 2 ως 60 μέρες με μέσο όρο τις 20 μέρες, ενώ μισόν αιώνα αργότερα, το 1932, ο μέρος όρος είχε ήδη ανέβει στις 80 μέρες και κυμαινόταν από 4 ως 164 μέρες.
Στις γεννήσεις περιλαμβάνονται ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις. Στην τελευταία εγγραφή του 1856 αναφέρεται ότι ο εκ Βαλεοντάδων Αναγνώστης Μ. Χατζη Ιωάννου την τριακοστή Δεκεμβρίου ε.ε. (ενεστώτος έτους) ... εύρεν πεδίον άρρεν εκτός της οικίας του πλησίον της θύρας ... το οποίον παρεδέχθη ως ίδιον υιόν και πιο κάτω σημειώνεται η βάφτισή του. Μιας και ήταν αναγνώστης (και πιθανώς αποσκοπούσε στο να γίνει διάκονος και ιερέας) ετέλεσε έργο θεάρεστο.
Σε μια άλλη ιδιαίτερη περίπτωση το 1860 άρρεν ... εγεννήθη ... εν τη οικία του ..., κατοίκου Νενέδων, από την παλλακίδα του Μαρίαν ... Ο ληξίαρχος Σ. Γεωργιάδης εδώ θα πρέπει να προβληματίστηκε αρκετά για το τι ακριβώς θα μπορούσε να γράψει, δεδομένου ότι ο καθιερωμένος τύπος προέβλεπε την φράση από την σύζυγον αυτού πριν από το όνομα της μητέρας. Για λόγους σύγκρισης αξίζει να αναφερθεί ότι στο βιβλίο του Αγίου Γεωργίου της εύπορης ελληνικής παροικίας στη Βενετία (που δημιουργήθηκε μετά την άλωση) υπάρχουν πλείστες όσες αναφορές σε εξώγαμα.
Τους πρώτους μήνες τήρησης ληξιαρχικών βιβλίων το 1855 υπήρξε αυτοσχεδιασμός στον τρόπο καταγραφής. Για παράδειγμα, μια απ' τις λιγότερο λακωνικές έχει ως εξής: Σήμερον την 17 Ιουνίου ημέραν Πέμπτην αναδεχθέν εκ της Αγίας Κολυμβήθρας παιδίον αρσενικόν παρά της αναδόχου Μαρίας Χατζή Μαραγγού γεννηθέν δια παρά των εξ Αγίου Κωνσταντίνου γονέων Αδάμου Χατζή Τριανταφύλλου και Μαρίας Κιουλάφα προς 35 ημερών και εκλήθη Φώτιος. Ο ανάδοχος Μαρία Χατζή Μαραγγού, ο ιερεύς παπ Δημήτριος.
Ήδη όμως από τον Αύγουστο του 1855, πιθανότατα με οδηγία της κεντρικής διοίκησης (εν προκειμένω ως προϊσταμένη αρχή σημειώνεται το Πρωτόκλητο Δικαστήριο Σάμου), αρχίζει να τηρείται συγκεκριμένος τύπος εγγραφής για τις γεννήσεις, που διατηρήθηκε με ελάχιστες αλλαγές ως τον εικοστό αιώνα. Η πρώτη απ' αυτές τις νέου τύπου εγγραφές είναι η υπ' αριθμόν 28, που έχει ως εξής: Σήμερον την έκτην Αυγούστου του χιλ. οκτακ. πεντηκοστού πέμπτου έτους, ημέραν της εβδομάδος Σάββατον π.μ. ενεφανίσθη ενώπιον εμού του ληξιάρχου Έξ Γειτονιών ο παπά Αθανάσιος το επάγγελμα ιερεύς, κάτοικος Νενέδων, όστις μου επέδειξε παιδίον θήλυ. Μου εδηλοποίησεν ότι εγεννήθη την αυτήν ημέραν π. μ. εν τη οικία του Μ. Αγγελέτου Καρλοβασίτου κατοίκου Νενέδων από την Ευπραξίαν σύζυγον του Μ. Αγγελέτου, μεθ' ης συγκατοικεί. Μετά την εμφάνισιν και δήλωσιν ταύτην συνετάχθη η παρούσα πιστοποίησις ... Στη συνέχεια αναφέρονται και υπογράφουν δύο μάρτυρες, ο εμφανισθείς εφημέριος και ο ληξίαρχος. Σε χωριστή δεξιά στήλη σημειώνεται η βάφτιση.
Μια από τις πρώτες τυποποιημένες εγγραφές είναι επίσης η εξής: Σήμερον την εικοστήν ογδόην 8βρίου του χιλιοστού οκτακ. πεντηκοστού πέμπτου έτους, ημέραν της εβδομάδος Παρασκευήν, εμφανισθείς ο εξ Αγίου Κωνσταντίνου, εφημέριος του Αγίου Ιωάννου ο Πρόδρομος, π. Κωνσταντίνος Γ. Σταυρινού, μου επέδειξε παιδίον άρρεν. Μας εδηλοποίησε ότι εγεννήθη την 22αν 7βρίου ε.ε. (ενεστώτος έτους) ημέραν της εβδομάδος Δευτέραν Μ.Μ. (μετά μεσημβρία) από την Γραμματικήν σύζυγον Σταματίου Χίου, κάτοικον επίσης, από νομίμους γονείς, ότι ανεδέχθη αυτό ο Κωνσταντίνος Χατζή Λούκα, ονομάσας αυτό Γεώργιον. Ευκρινώς αναγνωσθείσα η παρούσα έκθεσις υπογράφεται παρ' εμού και του παρουσιασθέντος ιερέως. Ο ληξίαρχος ... Χατζη Δημητρίου, ο εφημέριος π. Κωνσταντίνος.
Στην παραπάνω εικόνα εμφανίζεται ο αριθμός γεννήσεων τα χρόνια που καλύπτουν τα ληξιαρχικά βιβλία των Έξ Γειτονιών, δηλαδή απ' το 1855 ως το 1901. Αξιοπρόσεκτο είναι το 1867, έτος εντυπωσιακής έξαρσης γεννήσεων, που είναι διπλές απ' τα έτη πριν και μετά απ' αυτό.
Απ' τους αριθμούς των γεννήσεων όμως πρέπει δυστυχώς να αφαιρεθούν τα πολυάριθμα θύματα της παιδικής θνησιμότητας. Το 1881 από τις 32 καταγραμμένες αποβιώσεις οι 15 αφορούν σε παιδιά στα πρώτα έτη της ηλικίας τους. Για την ακρίβεια δύο είναι τεσσάρων ετών, ένα πέντε ετών, ενώ για τα υπόλοιπα αναγράφεται ότι είναι ενός έτους (προφανώς κατά προσέγγιση). Επίσης υπάρχουν παιδιά σε μεγαλύτερες ηλικίες. Την ίδια χρονιά οι γεννήσεις ήταν 67, δηλαδή ένα στα τέσσερα ή πέντε παιδιά δεν κατάφερνε να επιζήσει.
Ο Αναγνώστης Σταματίου (1821-1897) με τη σύζυγό του Σμαράγδα έμειναν κοντά στο μέσο όρο. Έκαναν πέντε παιδιά, απ' τα οποία η Ειρήνη (γενν. το 1858) χάθηκε σε ηλικία 17 μηνών. Ο Αγγελάκης Τροβάς (1836-1904) και η σύζυγός του Σταμάτα Μισίρη (1840-1930) απέκτησαν στον (άνω) Άγιο Κωνσταντίνο δέκα παιδιά. Απ' αυτά όμως το πρώτο, ο Χριστόδουλος (1861-1874), πέθανε δεκατριών ετών, το τρίτο, η Ζαφειρώ (1867-1870), πέθανε τριών ετών, το έκτο, ο Μανουήλ (1871-1876), πέθανε πέντε ετών και το προτελευταίο, η Ξένη (1878-1892), έζησε μόλις τρία χρόνια. Ο εύπορος Νίκος Μαραγκός (γενν. το 1876) και η σύζυγός Άννα έχασαν τις δίδυμες Αικατερίνα και Αγγελικώ (1904) ηλικίας λίγων ημερών, καθώς και την Αναστασία (1908) σε ηλικία τριών μηνών.
Τα ακριβή αίτια των παιδικών θανάτων σπάνια καταγράφονται. Γενικότερα στις ληξιαρχικές πράξεις της περιόδου 1855-1932 τα αίτια των αποβιώσεων σπάνια σημειώνονται από τον ληξίαρχο, ίσως όταν είναι το αίτιο έξω από τα συνηθισμένα. Το 1931 έχει σημειωθεί θάνατος παιδιού από Καλά Αζάρ. Το 1932 ο ληξίαρχος Νικόλαος Σ. Σταυρινού σημείωσε το αίτιο σε όλες τις συνολικά οκτώ αποβιώσεις. Ανάμεσα στους οκτώ είναι δυο μωρά. Το ένα, νεογέννητο δύο εβδομάδων, πέθανε λόγω ατελείας περί την διάπλασιν του σώματος, ενώ το άλλο ήταν ενός έτους, πέθανε και πάλι από Καλά Αζάρ.

Comments
Post a Comment