Περί αποβιώσεων και των αιτίων αυτών

Είναι γνωστό ότι σχεδόν παντού κατά τους τελευταίους αιώνες μεγάλωσε το "προσδόκιμο ζωής" απότομα, από τα 35 περίπου χρόνια (στην Ευρώπη) το 1770 γύρω στα 75 σήμερα. Τι γινόταν όμως στον Άγιο Κωνσταντίνο και στα πέριξ το 1800 και το 1900; Οι αρρώστιες ήταν πιο επικίνδυνες, η ζωή πιο σκληρή και το ένα στα πέντε παιδιά δεν προλάβαινε να μεγαλώσει.

Μιας και οι περισσότεροι ήταν γεωργοί, τα ατυχήματα κατά την εργασία συνέβαιναν κατά κανόνα στα χωράφια, δηλαδή ήταν πτώσεις από "πεζούλες" (αναβαθμίδες), δέντρα και υποζύγια, δαγκώματα από φίδια, τσιμπήματα από σκορπιούς, δηλητηριάσεις από γεωργικά φάρμακα.

Στις 17 Ιουνίου 1867 περί τας επτά ώρας της ημέρας η ... Μαρούδα Γεωργάκη ευρισκομένη εις τα εν τη θέσει  Λογαράδων κτήματά της ... εισήλθε αύλακος προς πότισιν των φυτών εκρημνίσθη ... ως πεσούσα εις το κάτωθεν ρεύμα, μετά τινα λεπτά απεβίωσεν ένεκα του ύψους του κρημνού ούσα ετών εξήντα σύζυγος του Ζαφείρη Δημητρίου ... Ο ληξίαρχος έγραφε τις αποβιώσεις σε γλώσσα καθαρεύουσα.

Στις 7 Μαΐου 1869 προ της μεσημβρίας η Ελένη Γ. Ζαβαλαίου ετών πενήντα γυναικεία έργα επαγγελλομένη ειργάζετο εν τω αμπελίω της και δηχθείσα υπό όφεος ιοβόλου απεβίωσε μετά παρέλευσιν ολίγων λεπτών εν τη οικία του συζύγου της, εις ην μετεφέρθη ... (Το όνομα είναι δυσανάγνωστο, θα μπορούσε να είναι Ζαβαλάκου ή Ζαβαλάνου). Ο αναγνώστης ίσως θα σκεφτεί ότι παρ' όλο που η εν λόγω Ελένη εργαζόταν στα κτήματα, δεν αναφέρεται ότι ασκεί το γεωργικό επάγγελμα. Σε άλλες πάντως περιπτώσεις αναφέρονται γυναίκες γεωργοί. Κατά πόσο ο ληξίαρχος σημείωνε την απασχόληση κατά βούληση με βάση τη γνώση που είχε για κάθε συγκεκριμένη συμπατριώτισσά του ή θεωρούσε ότι οι γυναίκες ασχολούνται κυρίως με τα "γυναικεία έργα" ή τι ακριβώς περιλαμβάνουν τα "γυναικεία έργα" είναι ένα άλλο ζήτημα.

Στις 31 Σεπτεμβρίου 1927 απεβίωσε η σύζυγος του Ιωάννη Ανάσση, Θέμις, ετών 50. Στο περιθώριο έχει σημειωθεί ότι η θανούσα εφονεύθη εκ κοπτομένης λεύκης ήτις κατέπεσε άνωθεν αυτής αφήσασα αυτή νεκράν.

Σε ασυνήθιστους για την εποχή λόγους οφείλεται ο τραγικός θάνατος ενός άτυχου μικρού κοριτσιού το 1926: Εν τη δια της Κοινότητος διερχομένης αμαξιτής οδού παρεσύρθη υπ' αυτοκινήτου και απέθανεν υπό τους τροχούς αυτού η Θεοπνεύστη ... εν ηλικία 8 ετών το επάγγελμα μαθήτρια. Το αυτοκίνητο ήταν το πρώτο λεωφορείο στο νησί.

Γενικά όμως τα αίτια θανάτου δυστυχώς δεν καταγράφονται στις "ληξιαρχικές πράξεις αποβιώσεως" της περιόδου 1855-1932. Στην τελευταία περίοδο αυτού του διαστήματος, ήτοι στο 1930-1932, εμφανίζονται στο περιθώριο του ληξιαρχικού βιβλίου τέτοιες καταγραφές, σημειωμένες από διαφορετικούς ληξίαρχους, άλλοτε με περισσότερη κι άλλοτε με λιγότερη επιμέλεια. Η περιγραφή του αιτίου έτσι κι αλλιώς δεν ήταν στα τυποποιημένα πεδία μιας ληξιαρχικής πράξης. Αυτό σημαίνει ότι ο ληξίαρχος είχε το ελεύθερο ν' αυτοσχεδιάζει.

Το 1931 τα αίτια θανάτου έχουν καταγραφεί μόνο περιστασιακά από τον ληξίαρχο Σταύρο Μ. Σκοπού. Αναφέρεται μια περίπτωση παιδικού θανάτου από Καλά Αζάρ και δυο περιπτώσεις ατόμων ηλικίας περίπου τριάντα και πενήντα  ετών από περιτονίτιδα. Αναφέρεται επίσης μια περίπτωση ελονοσίας. Στη διετία 1930-31 αναφέρονται  δύο περιπτώσεις φυματίωσης και μια περίπτωση "φθίσης", που είναι άλλη λέξη για τη φυματίωση.

Το 1932 ο ληξίαρχος Νικόλαος Σ. Σταυρινού σημείωσε το αίτιο σε όλες τις αποβιώσεις. Τη χρονιά αυτή σημειώθηκαν στην Κοινότητα Αγίου Κωνσταντίνου 8 θάνατοι, αριθμός  μικρότερος απ' το μέσο όρο της εποχής. Ανάμεσα στους οκτώ είναι δυο μωρά. 

Δύο ηλικιωμένες κυρίες  γύρω στα ογδόντα έφυγαν εκ ζωικής εξαντλήσεως, ενώ άλλα τρία άτομα 80-90 ετών  εκ γήρατος. Ταυτόχρονα ένας "καρραγωγεύς" 47 ετών φέρεται να πέθανε εκ φυσικού θανάτου. Όλοι αυτοί οι λόγοι εμφανίζονται με διαφορετικό λεκτικό, αλλά φαίνονται παρόμοιοι.

Υπάρχουν επίσης διαθήκες ανθρώπων που είναι ετοιμοθάνατοι, καλούν κάποιον να τους συντάξει διαθήκη και σημειώνεται σ' αυτήν ο λόγος του (επικείμενου) θανάτου. Οι διαθήκες είναι ανάμεσα στα πιο πολλά και πιο καλά διατηρημένα κείμενα που διαθέτει μια περιοχή, επειδή διαφυλάσσονται με προσοχή σε σπίτια και συμβολαιογραφεία. Αυτό είναι ένα σπουδαίο πλεονέκτημα για τον σημερινό ερευνητή, που όμως αντισταθμίζεται από το μειονέκτημα ότι οι κατοχοί τους σπάνια τις κοινοποιούν ευρύτερα. Ορισμένες από αυτές έχουν φτάσει σε εκκλησιαστικά αρχεία επειδή ήταν στην κατοχή μονών, οι οποίες είχαν έννομο λόγο να κρατούν αντίγραφα, μιας και κληρονομούσαν περιουσιακά στοιχεία αφιερωμένα σ' αυτές από τους διαθέτες.

Η γενική εικόνα σε διαθήκες της εποχής του 1800 είναι η εξής: Ο διαθέτης, βαριά άρρωστος και κατά κανόνα αγράμματος, καλεί ένα γραφέα, συνήθως ιερέα, μοναχό, γραμματέα της κοινότητας ή και πρόεδρο, αλλά ο τελευταίος δεν είναι πάντοτε κατάλληλος επειδή μπορεί να μη γνωρίζει γραφή και ανάγνωση. Μαζί καλούνται μάρτυρες που βεβαιώνουν με την υπογραφή τους τη θέληση του διαθέτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται μια πιο ολοκληρωμένη διευθέτηση της περιουσίας με συμμετοχή και της συζύγου, που γράφει τη δική της επιθυμία σε χωριστή σελίδα. Γίνεται δηλαδή μια κατά κάποιο τρόπο διπλή διαθήκη.

Διπλή είναι μια διαθήκη του 1831 (20 Δεκεμβρίου) με διαθέτη τον Δημήτρη της Γραμματικής του Αλεξάντρου: ηςτιν δωξαν του μεγαλου θεου κε τις ηπεραγιας δεσπηνις ημον θεωτοκου προτον γραφου μι τιν ευχιν του χριστου κε δευτερον τιν ευχι μας τορα γραφουμι εκινα οπου μας εχαρισεν ο θεος το πρικιον μου εδω γραφουμι εγω η γυνη μου κι τα αδελφια μαζι. Στην πίσω σελίδα το κείμενο συνεχίζεται ως εξής: Τώρα γράφω κι εγώ η γραμματική  του διμήτρι του αντρος μου... 

Η παλαιά αυτή διαθήκη ήταν στην κατοχή της Δ. Σαριγεωργίου, η οποία έδωσε αντίγραφο στην Μαρία Χατζηανδρέου. Φέρει την σφραγίδα των Εξ Γειτονιών. Ίσως αξίζει να σχολιασθεί το γεγονός ότι ο γραφέας ήταν εξαιρετικά κακογράφος και ανορθόγραφος. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι η γλώσσα αυτού του κειμένου είναι πολύ κοντινή στην τοπική διάλεκτο. Αν εξαιρέσουμε την δοξαστική εισαγωγή που κατά πιθανότητα έχει προσθέσει ο γραφέας, τα υπόλοιπα φαίνεται πως είναι λίγο ως πολύ τα λόγια του ίδιου του διαθέτη.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, κι ενώ ακόμη η Σάμος βρίσκεται στο καθεστώς της ηγεμονίας, η συγγραφή διαθήκης είναι πιο κοντά στα σημερινά πρότυπα.

Η Γραμματική Τροβά (αρχικά Μαραθοκαμπίτου, 1862-1906) έκανε τη διαθήκη της στις 21 Οκτωβρίου 1906 κλινήρης από πνευμονία και πέθανε μετά από δυο μήνες (στις 27 Δεκεμβρίου). Το κείμενο δίνει μια ανάγλυφη εικόνα των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες γράφτηκε η διαθήκη. Είναι υπαγορευμένο σε συμβολαιογράφο και έχει ως εξής: Σήμερον την εικοστήν πρώτην Οκτωβρίου του χιλιοστού ενεακοστού (sic) έκτου έτους  ημέραν Σάββατον μετά μεσημβρίαν εν Όρμω Αγίου Κωνσταντίνου Σάμου ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογραφών Ειρηνοδίκης Αγίου Κωνσταντίνου Δημήτριος Χριστινίδης, εδρεύων ενταύθα κληθείς παρά του Σοφοκλέους Ιπποκράτους Τρουβά, γεωργού, κατοίκου ενταύθα, ίνα μεταβώ εις την οικίαν της γνωστής μου και ασχέτου μοι συγγενείας μητρός του Γραμματικής Ιπποκράτους Τρουβά, γυναικείων έργων, να συντάξω την διαθήκην της μετέβην εις την οικίαν αυτήν ... και εύρον την ειρημένην Γραμματικήν Ιπποκράτους Τρουβά, νοσούσαν και επί στρώματος καθημένην την ηρώτησα ενώπιον των ειρημένων μαρτύρων ... Εδήλωσε προσέτι ότι πάσαν την κινητήν περιουσίαν της, οποία και οπόση ήθελεν ευρεθή μετά τον θάνατόν της θα διανείμωσιν εξ ίσου αι τρεις θυγατέρες της Μαριγώ, Ειρήνη και Γιασιμούλα, αίτινες θα ώσιν υπόχρεοι να διατρέφωσι και περιθάλπωσι την μητέρα της διαθέτιδος Αργυρώ Κωνσταντίνου Μαραθοκαμπίτου ... υπέγραψαν πάντες μετ' εμού, πλην της διαθέτιδος δηλωσάσης άγνοιαν γραμμάτων. Η αλήθεια είναι ότι μάλλον η γιαγιά Αργυρώ πρόσεχε τα τρία μικρά κορίτσια ως το 1913 που πέθανε. Η Γιασιμούλα μάλιστα πέθανε πολύ νωρίς, το 1909, σε ηλικία έξι ετών.

Οι γεννήσεις και οι θάνατοι συνδέονται ευθέως με την εξέλιξη του πληθυσμού, ο οποίος όμως επηρεάζεται και από τη μετανάστευση. Σε σύντομο ιστορικό σημείωμα του Χ. Λάνδρου που εμφανίσθηκε το 2006 στον ιστότοπο www.e-samos.gr αναφερόταν ο πληθυσμός του Αγίου Κωνσταντίνου σε διαφορετικές απογραφές.  Δίνονται οι εξής αριθμοί: 286 (1828), 519 (στο τέλος της ηγεμονίας, 1912), 638 (1920), 809 (1928), 729 (1940), 622 (1951), 496 (1961), 394 (2001). 

Εφόσον γνωρίζουμε τις γεννήσεις και τους θανάτους κάθε έτους, γνωρίζουμε την αντίστοιχη πληθυσμιακή μεταβολή αν θεωρήσουμε αμελητέα τη μετανάστευση. Στο διάστημα 1855-1901, όπου είναι γνωστοί οι αριθμοί γεννήσεων και θανάτων στις Έξ Γειτονιές, χρειαζόμαστε ακόμη τον πληθυσμό μιας οποιασδήποτε χρονιάς για να υπολογίσουμε τον πληθυσμό κάθε χρονιάς. Γνωστός είναι ο πληθυσμός του έτους 1864, που ανέρχεται σε 1762 άτομα, οπότε βάσει αυτού έχει υπολογισθεί ο πληθυσμός που φαίνεται στην διπλανή εικόνα. Η εκτίμηση που προκύπτει συμφωνεί σε γενικές γραμμές με τα στοιχεία  των απογραφών, αφού και στις δύο περιπτώσεις φαίνεται να έχει συμβεί ένας διπλασιασμός του πληθυσμού στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο πληθυσμός του Αγίου Κωνσταντίνου είναι γύρω στο τέταρτο ή πέμπτο του συνολικού πληθυσμού των Έξι Γειτονιών. (Οι Έξι Γειτονιές ή Έξι Μαχαλάδες κατά την περίοδο της ηγεμονίας ήταν τα χωριά Άγιος Κωνσταντίνος, Νενέδες, Σταυρινήδες, Μανωλάτες, Μαργαρίτες και Βαλεοντάδες. Έδρα της διοίκησης ήταν ο Άγιος Κωνσταντίνος.)

Comments

Popular posts from this blog

Το ταξί του Αγίου

Γάμοι

Η γιαγιά Φωτεινή